Το νησιωτικό μυστήριο του Λευκού Βουνού γέμισε μ

ε σιγή και αναμονή τον Σεπτέμβρη του 2018. Το χω

ριό, που ποτέ δεν είχε λάμψη, φώτισε τον ορίζοντ

α με την εξέλιξη του Εκκλησιαστικού Καθολικού –

ένα πρόγραμμα ψηφιακής καταγραφής των αρχαίων κα

ταστάσεων προστασίας για την αναγνώριση ανθρώπων

με ξένη ταυτότητα. Ο ίδιος ο Καθολικός ήταν πλέ

ον η απόλυτη εξουσία: έλεγχε την πρόσβαση σε στέ

γαση, φαγητό, καθώς και την πρόσληψη εργασίας σε

όλη την Πελοπόννησο.

Ο Ιερέας Νικόλαος, ένας άντρας με μακρινές διακρ

ιτικές ομορφιές, είχε υπογράψει την εγγύηση της

εκκλησίας για την προστασία της ιδιοκτησίας του.

Το χρηματικό σύστημα είχε αλλάξει: τα χρήματα δ

εν υπήρχαν πλέον – μόνο το «καθολικό σημείο» έδι

νε πρόσβαση. Οι ανθρώποι αποκλείονταν με απλή δή

λωση. Η απαγορευμένη μετανάστευση δεν ήταν επιλο

γή – ήταν εγγραφή σε ένα πολιτικό δικτύωμα που κ

ατέλαβε την κοινωνία.

Στον πλανητικό αρχείο του Καθολικού, ένας αρχείο

ς εκκρεμούσε: ένας προσωπικός αριθμός με συνδεδε

μένο όνομα – «Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος», το οπο

ίο ανήκε σε ένα παιδί της Μικρασιατικής Καταστρο

φής. Ο Νικόλαος, με την περίεργη ανακάλυψη, διάβ

ασε το χαρτί στην αποθήκη της εκκλησίας. Το όνομ

α του παιδιού ήταν το δικό του. Το χαρτί ανέφερε

επίσης: «Αποκλεισμός μετανάστης – άρση από το Κ

αθολικό».

Η πρώτη επιστολή ήρθε με μία περιστροφή του χερι

ού του. Στον τοίχο της καλούπας, το χαρτί με το

όνομα του Παπαδόπουλου ήταν το ίδιο που είχε προ

σκολληθεί στην καρδιά του πατέρα του πριν από τρ

ιάντα χρόνια. Το Καθολικό είχε επισημοποιήσει τη

ν απόδοση της ταυτότητας σε ένα παιδί που δεν ήτ

αν ποτέ του. Οι κανόνες ήταν αυστηροί: η μετανάσ

τευση δεν έπαιρνε όνομα, η νοσταλγία δεν είχε κα

ταχωρήσεις. Μόνο το Καθολικό ξέρει ποιος είσαι.

Ο Νικόλαος έβγαλε την πλαστική επισήμανση από το

λάβαρο της εκκλησίας. Την είχε φέρει για δεκατέ

σσερα χρόνια. Το πλαστικό έλεγε: «Προστασία στην

εκκλησία». Το χάραξε με το μαχαίρι του. Η ένδει

ξη έσβησε. Οι άνθρωποι στο χωριό δεν μπορούσαν ν

α προσπεράσουν την πόρτα. Το Καθολικό είχε προστ

ατεύσει το χωριό, αλλά είχε καταστρέψει την αλήθ

εια.

Με το αποκαλυπτικό έγγραφο στην τσέπη, ο Νικόλαο

ς πήγε στο μαντρί του Λευκού Βουνού. Το αρχείο τ

ου Καθολικού είχε περιλάβει και τον πατέρα του,

που έμενε στην Κωνσταντινούπολη, μέχρι τον Αύγου

στο του 1922. Το χαρτί έλεγε: «Διακοπή έγγραφου

– εξαφάνιση προσώπου». Δεν υπήρχε άλλη απόδειξη.

Μόνο η νοσταλγία της Μικρασιατικής Καταστροφής

και η αναμονή του Καθολικού για έναν άνθρωπο που

δεν υπήρχε.

Το πρωϊνό φως του Σεπτέμβρη ξεπήδησε στο πέρασμα

των βράχων. Ο Νικόλαος έσβησε το Καθολικό. Το σ

ύστημα δεν θα επιβιώσει. Το χωριό ξεκίνησε την ί

δια μέρα να δημιουργεί το δικό του κατάλογο. Οι

άνθρωποι έβγαλαν τα προσωπικά τους χαρτιά. Τα αν

έγραψαν στα παλιά ξύλα. Το αγώνιο δεν ήταν μόνο

για την ταυτότητα. Ήταν για το πώς ζούμε όταν η

αλήθεια δεν μπορεί να πει μια λέξη.