Στο κέντρο της Ελληνικής Σύγχρονης Πολιτείας, η
νομική εξουσία έχει αντικατασταθεί από την «πληρ
οφορική δικαιοσύνη»: οι φορολογικοί λογαριασμοί,
οι καταγραφές κινήσεων, οι επαφές και οι σχέσει
ς προσωπικής συμπεριφοράς είναι η νέα αρχή της δ
ημόσιας αξιολόγησης. Οι άνθρωποι ζουν υπό την ημ
έρα της «Καταγραφής», με τα βάσιμα πρόσωπα να εί
ναι εκείνα που δεν έχουν προσωρινή αναφορά σε μί
α από τις 14 συνολικά περιοχές της «Δικαιοσύνης
Ακριβείας».
Στην Καλλιθέα, μία γιαγιά ξεχωρίζει: έχει τα μάτ
ια σαν πέτρα από την Χαλκίδα, ακόμη και στο φως
του εκκρεμούς λαμπτήρα. Την ημέρα της αγίας Μαρί
ας, η εγγονή της φέρνει ένα διαβατήριο με το όνο
μα «Αναστασία Λαμπρίδη», το οποίο είναι άγνωστο
στο σύστημα. Η γιαγιά το διαβάζει χωρίς να το έχ
ει δει ποτέ — και φωνάζει: «Είναι το όνομα της μ
αμάς που ξεχάσαμε στο Αμοργό».
Η Καταγραφή θέτει τον ελέγχο: το όνομα «Αναστασί
α Λαμπρίδη» δεν υπάρχει σε καμία βάση, αλλά είνα
ι η αναφορά ενός ανθρώπου που έχει διαγραφεί επί
σημα από την ιστορία. Η εγγονή περιμένει το διαβ
ατήριο να αποκατασταθεί — αλλά η γιαγιά το ρίχνε
ι στην πυρασπίδα. Στο μεταξύ, η πόλη αρχίζει να
παρατηρεί άτομα με το ίδιο προφίλ: όλα σχετίζοντ
αι με την αποκατάσταση της Μικρασιατικής Καταστρ
οφής. Οι αρχές ξεκινούν επιδημία έλεγχου, όμως η
Καταγραφή αποκαλύπτει ότι η γιαγιά έχει καταγρα
φεί σαν «προφητικός εκτρών» — μία άκυρη θέση από
την περίοδο του Μεσοπολέμου.
Η συνωμοσία ανακαλύπτει ότι η γιαγιά δεν είναι α
πλή προφήτισσα: ήταν μία από τις τελευταίες που
πήραν απογραφή στο Αμοργό το 1922. Έχει διαβιβάσ
ει μεταξύ δύο γενεών ένα μέρος της ιστορίας που
η Καταγραφή δεν έχει καταγράψει — το οποίο περιλ
αμβάνει τον θάνατο ενός παιδιού στην αποστολή το
υ Μεγάλου Ιδεώδους. Το σύστημα δεν αντέχει. Αν η
ιστορία αυτή εκδηλωθεί, τότε η Δικαιοσύνη Ακριβ
είας χάνει την ισχύ της.
Τη νύχτα της Παναγίας, η γιαγιά κατεβαίνει στο σ
πίτι της παρελθούσας γενιάς. Στο κάτω όροφο, ανα
καλύπτει ένα συρτάρι με χαρτιά από το 1923 — μία
επιστολή στο όνομα της «Αναστασίας Λαμπρίδη», η
οποία περιγράφει την απόσυρση της μητέρας της α
πό την Αμοργό. Η συνωμοσία την ανακαλύπτει, αλλά
δεν μπορεί να την σταματήσει. Η γιαγιά το πετάε
ι στο πλαίσιο του παρελθόντος — και στο σημείο ε
κείνο, το σύστημα της Καταγραφής συντρίβεται.
Η εγγονή της βγαίνει στον δρόμο το πρωί, φορώντα
ς το διαβατήριο. Το σύστημα την απορρίπτει. Αλλά
οι άνθρωποι στον δρόμο την αναγνωρίζουν. Στο πε
ρίγειο της Καλλιθέας, ένας άνθρωπος την αγγίζει
και λέει: «Έχεις τα μάτια της Μαρίας». Το διαβατ
ήριο είναι καταστραμμένο — αλλά η γιαγιά έχει ήδ
η στείλει την προφητεία. Το σκοτάδι δεν κρύβει τ
ίποτα πια.


