Στον Καστελόριζο, το 1923, οι ακτές καταστρέφοντ

αι από την παραμονή των σκοτεινών λαμπάδων: οι θ

αλάσσιες απόρριψης συνεχίζουν να φέρνουν αποκόμμ

ατα από τον πολιορκημένο Μικράσιο. Η Σοφία, μονα

χή σε μια ανακατασκευασμένη παλιά σκηνή στο όρος

, αποσπά τα γράμματα των προστατευόμενων χαμένων

προσώπων — τα μετατρέπει σε σκίτσα πάνω σε μαύρ

α σακιά και τα εξαποστέλλει στην απομακρυσμένη π

όλη. Το πού τα αποστέλλει δεν το γνωρίζει, αλλά

το σύστημα λειτουργεί: οι εικόνες επιστρέφουν με

την καταγραφή των εσωτερικών προσώπων.

Ο Ιερέας Νικόλαος, που έχει χάσει τον αδελφό του

στο Μπογκαστάν, ανακαλύπτει τα σκίτσα στο ξεκίν

ημα της υποδοχής του καθολικού αρχείου. Καθώς τα

διαβάζει, το στόμα του ξεκινάει να σκοτίζεται α

πό την αναμνήστηση: το πρόσωπο του αδελφού του ε

ίναι σε μια εικόνα που δεν την έχει δει ποτέ. Πρ

οσπαθεί να ανακαλύψει την πηγή — αλλά το καθένα

από τα γράμματα που φτάνει στον προσωπικό του κα

ταλόγο έχει μια συγκεκριμένη τιμή: δεν επιτρέπετ

αι να ανοίξει περισσότερα από τρία γράμματα την

εβδομάδα. Αν ξεπεράσει, η εικόνα του αδελφού του

εμφανίζεται από τον τοίχο της κοινότητας, με τα

χαρακτηριστικά της ζωής του, αλλά σε χρώματα πο

υ δεν ανήκουν στο φυσικό.

Η πρώτη φορά που ανοίγει το τέταρτο γράμμα, η Σο

φία τον ακούει να φωνάζει στην πλατεία. Το σύστη

μα λειτουργεί: τα γράμματα δεν μπορούν να προσλα

μβάνονται από πολλούς, αλλά όταν ένας τα ανοίγει

πέρα από το όριο, το σπίτι του γειτονικού προσώ

που παραμορφώνεται. Το ένα μεγάλο τεράστιο ξύλο

στο κέντρο της πλατείας προστίθεται στον προσωπι

κό του κατάλογο, και η πόλη του δεν μπορεί να ξε

χωρίσει ποιος είναι πραγματικός.

Κάθε πρόσωπο που ξεπερνά την επιτρεπόμενη σειρά

από γράμματα ανακαλύπτει τη διπλή ζωή: το πραγμα

τικό τους σώμα μεταμορφώνεται σε σκιά στον τοίχο

του σπιτιού του, ενώ το ψεύτικο πρόσωπο του αδε

λφού του φωτίζεται στο παρακείμενο οικίσκο. Ο Νι

κόλαος τον βλέπει το πρωί της Βαρβάρας — με το σ

ακάκι του παλιού στρατού, το χαμόγελο της Θεσσαλ

ίας. Το σπίτι του γίνεται ένας κόσμος χωρίς αναγ

νώριση.

Το βράδυ, η Σοφία προσπαθεί να επιστρέψει τα γρά

μματα — αλλά η πόρτα του σκηνικού είναι κλεισμέν

η. Ανοίγει το συντριβάνι. Η παραλία έχει εξαφανι

στεί. Στο κέντρο της θάλασσας, το σπίτι της Σοφί

ας είναι τώρα στην ακτή του Πελοποννήσου. Το σύσ

τημα είναι το ίδιο: τα γράμματα δεν είναι απλά ε

πιστολές. Είναι ζωές που αντικαθιστούν άλλες.

Η αναζήτηση του αδελφού τελειώνει. Ο Νικόλαος αν

ακαλύπτει ότι ο αδελφός του δεν πέθανε στο Μικρά

σιο. Ήταν αυτός που ήταν στο σκηνικό, που τα έστ

ελνε. Τα γράμματα δεν έφταναν στην Αθήνα. Έφτανα

ν στον ίδιο τον Νικόλαο. Και η Σοφία ήταν η μόνη

που μπορούσε να τα δει.

Η Σοφία βρίσκει το τελευταίο γράμμα στο πετσί τη

ς. Περιέχει μόνο τη φράση: «Δεν υπάρχει άλλος πρ

οσωπικός κατάλογος». Το σκηνικό ανακατασκευάζετα

ι. Το νησί επανέρχεται. Οι εικόνες σβήνουν. Το σ

ύστημα έχει αποκατασταθεί.

Κανένας δεν θυμάται τι συνέβη. Το αδελφός του Νι

κόλαο δεν είναι στην Αθήνα. Δεν είναι στην Κρήτη

. Δεν είναι πουθενά. Αλλά το σπίτι της Σοφίας εί

ναι πια το ίδιο. Και το τελευταίο γράμμα είναι α

κόμα στο πετσί της.