Η πόρτα της αποθήκης στο λιμάνι του Λιμναρίου έχ

ει παραμείνει ανοιχτή από το 1923. Από τότε, κάθ

ε νέα παραγγελία μεταφέρει προϊόντα από το Σιδηρ

οδρομικό Σταθμό Περαμώνα, όπου τα εξαρτήματα της

Ελληνικής Αντιστάσεως ήταν κρυμμένα υπό τον ίδι

ο κανόνα: οι προσωπικές ταυτότητες δεν υπάρχουν,

μόνο καταχωρίσεις. Η εργασία είναι απλή — να πα

ραλαμβάνεις ένα πακέτο, να το βάζεις στο τρακτέρ

, να το φέρεις στο σταθμό. Οι συναδέλφικες σχέσε

ις έχουν αντικατασταθεί από σήματα — μια κίνηση

του χεριού, ένα πέταγμα του μανίκιου.

Η μοιραία γυναίκα, που δεν έχει όνομα στο βιβλίο

, βρίσκει τη φωτογραφία στο χώρο της αποθήκης ότ

αν η θερμοκρασία υπερβαίνει τους 42 βαθμούς. Το

φως είναι άγονο, η σκιά της πόρτας κοιμάται. Η φ

ωτογραφία δείχνει ένα παιδί στον πάγκα της Καλαβ

ρίτας, με το πρόσωπο γεμάτο σκούρα χώματα, το μά

τι ζωντανό. Πάνω στο φωτογραφικό ταμπλό, η γραφή

της μητέρας είναι αποτυπωμένη: «Είμαι η Αλεξάνδ

ρα, 1918. Είμαι η τελευταία».

Αυτό δεν είναι ένας άνθρωπος που πρέπει να ανακα

λύψει τον εαυτό του — είναι ένας άνθρωπος που έχ

ει προσχωρήσει στην απαγορευμένη ταυτότητα. Η επ

όμενη μέρα, η επιστολή που της φτάνει από τη Γρα

μματεία της Φαντασίας δεν αναφέρει ονόματα. Αναφ

έρει απλώς: «Οι προσωπικές ταυτότητες δεν επιτρέ

πονται σε προσωπικές χρήσεις. Μόνο οι συναδέλφικ

ες είναι εγκεκριμένες». Η φωτογραφία εξαφανίζετα

ι. Οι καταχωρίσεις της αποθήκης επαναπροσαρμόζον

ται.

Η Μοιραία γυναίκα χάνει την θέση της. Δεν μπορεί

να προσφέρει τα σημεία που της αποδίδονται — η

καταγωγή της δεν υπάρχει στο σύστημα. Το δεύτερο

ημερολόγιο της Φαντασίας επιβάλλει την παραβίασ

η: αν ένας εργάτης φέρει αποδείξεις για προσωπικ

ή ταυτότητα, αυτός είναι η άμεση επιλογή για την

αποκατάσταση. Ένας συνεργάτης της προσεγγίζει τ

ην αποθήκη. Το χέρι του στο μανίκι είναι σαν το

δικό της. Οι έγγονοι των Καλαβριτινών αποκαλούντ

αι «Καλαβρίτες» — μόνο σε αυτό το παρασκήνιο.

Το πρώτο άλμα της έχει γίνει. Την ημέρα της Μετα

πολίτευσης, η Μοιραία γυναίκα αποκαλύπτει την πρ

οσωπική της ταυτότητα στο σημείο της αποθήκης. Τ

ο σήμα της Φαντασίας αναβλύζει. Η πόρτα παραμένε

ι ανοιχτή. Το φως του ηλίου ρίχνει τη σκιά της ε

πιστολής στο πάτωμα. Η περιοχή δεν είναι πλέον α

ποθήκη. Είναι νεκρός τόπος. Το μόνο που μένει εί

ναι η σκιά ενός παιδιού που δεν είχε ποτέ το δικ

ό του όνομα.