Η παραλία της Πελοποννήσου το 1923 πλημμυρίζει μ
ε ανθρώπους που φεύγουν από την Μικρά Ασία, κοιτ
άζοντας την οροσειρά του Κρητικού Σκαλιού ως μον
αδική ελπίδα. Η Γιώτα, μια γυναίκα από την Ισμήν
η, συγκεντρώνει πέτρες με το όνομα της αγαπημένη
ς της πόλης στα χέρια της — μια πρακτική που έχε
ι προστατευτεί από την Ορθόδοξη Εκκλησία: να μην
αναφέρεις το όνομα της Μικρασίας, γιατί η λέξη
θα εξαφανίσει τον αποκατασταθέντα. Το καταφύγιο
τους στο Περιστέρι δεν είναι καμία επιστροφή — ε
ίναι η πρώτη φορά που η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει τ
ην ιστορία της.
Το φανταστικό μηχανισμός του κόσμου: οι άνθρωποι
που φεύγουν από ένα μέρος τον αποκλείουν από τη
ν ίδια τους την υπόσταση. Αν μιλήσεις για την πα
τρίδα σου, εξαφανίζεσαι από την αναγνώριση. Τα ο
νόματα των πόλεων γίνονται επιβλαβή. Τα παιδιά γ
εννιούνται χωρίς μέλη, με ζώνες στο σώμα που δεν
τον αποκαλούν ποτέ. Η γλώσσα έχει συρρικνωθεί σ
ε ένα σύστημα απαγόρευσης.
Ο Λαϊκός Τραγουδιστής, ο Βασίλης, κυκλοφορεί με
το κεφάλι του σκεπασμένο από κομμάτια παλιού σεν
τόνι, και τραγουδά τα θέματα της Μικρασίας σε πο
λυτελή καφενεία της Αθήνας — όπου η Μεσοπόλεμος
έχει μεταμορφωθεί σε επίδεξη του έρωτα. Το ύπνος
του γίνεται συνδικαλιστική ένωση: όποιος ακούει
το τραγούδι του ανακαλύπτει την πραγματική του
ιστορία. Η γλώσσα της αντίστασης.
Ένας άντρας στον δρόμο του Πειραιά τον ρωτά: «Πο
ύ είναι η Ρόδος;» Και ο Βασίλης του απαντά με τρ
αγούδι. Μετά από τρία λεπτά, ο άντρας εξαφανίζετ
αι. Η αποκάλυψη της Μικρασίας είναι εγκληματική.
Ο Βασίλης συλλαμβάνεται — όμως η έκδοσή του στο
ν τύπο τον μεταμορφώνει. Το τραγούδι του παίζει
σε ραδιόφωνα σε όλη την Ελλάδα. Και τα παιδιά τω
ν προσφύγων ξεκινούν να το ακούνε στα σπίτια του
ς, ανακαλύπτοντας το όνομα της πόλης που πέθανε.
Ξαφνικός πλούτος: η έκδοση του τραγουδιού του συ
γκεντρώνει εκατομμύρια ευρώ. Η συναλλαγή δεν περ
νάει από την τράπεζα — περνάει από τα χέρια της
Γιώτας, η οποία τα επενδύει σε ένα πρόγραμμα δια
βίωσης για προσφύγες. Τα χρήματα χρησιμοποιούντα
ι για την κατασκευή ενός αρχείου — όχι γραπτού,
αλλά μουσικού. Κάθε φορά που ένας πρόσφυγας προσ
παθεί να μιλήσει για την πατρίδα του, η μουσική
του Βασίλη ξεκινάει αυτόματα από την αποθήκη του
Πειραιά. Οι ακούσεις δεν είναι μόνο ακούσματα —
είναι επαναπροσδιορισμοί.
Η Γιώτα ανακαλύπτει ότι το πιο ισχυρό μέσο για ν
α γίνεις ξανά ανθρώπος είναι να μην μιλάς. Το χι
ουμοριστικό εμφανίζεται όταν ο Βασίλης στέλνει σ
την εφημερίδα της Αθήνας έναν ιδιωτικό τραγούδι
με τίτλο: «Ο Θεός Μου Με Αγαπά Μόνο Όταν Κλείνω
Το Στόμα Μου». Το άρθρο γίνεται το πιο δημοφιλές
της εβδομάδας. Τα παιδιά των προσφύγων το τραγο
υδούν στα σχολεία. Οι μητέρες το παρακολουθούν α
πό τα παράθυρα. Το χιούμορ έχει αποδειχθεί η καλ
ύτερη μάχη.
Η Μικρασιατική Καταστροφή δεν είναι ιστορία. Είν
αι μουσική. Και η γυναικεία χειραφέτηση δεν είνα
ι παράξενη. Είναι αυτό που κάνει τον κόσμο να ακ
ούει. Το τραγούδι σταματάει το 1926. Το άρθρο πο
υ το αποκαλύπτει δεν εμφανίζεται ποτέ. Τα χρήματ
α τα έχει ήδη διακόψει. Η Γιώτα καθαρίζει τα χέρ
ια της. Το προσφυγικό σπίτι της περιέχει έναν φα
νταστικό αρχείο. Με την αρχή της επόμενης δεκαετ
ίας, η Ελλάδα ξανακοιτάζει τον εαυτό της — και α
κούει το τραγούδι.


