Η εορτή του Παραστήματος γιορτάζεται στο λιμάνι

του Λακκαρίου με καθαρισμό των μαγαζιών, την ανά

μειξη των αποστάσεων και την αναμονή του νέου ζε

ύγους στην αγία κοινωνία. Το προσκύνημα της Πανα

γίας είναι η συνέχεια της ίδιας εορτής που γιορτ

άστηκε πριν από δέκα χρόνια, όταν ο πατέρας της

νύφης είχε επιστρέψει από την Κωνσταντινούπολη,

ξέχασμένος στη μνήμη της οικογένειας.

Αυτή τη φορά, το προσκύνημα είναι χωρίς τον πατέ

ρα. Είναι συνταγμένος ως εκείνος που «έφυγε με τ

ο κράτος» — και δεν επέστρεψε ποτέ. Οι ηλικιωμέν

οι απομονώνονται στην άκρη του χωριού, χωρίς να

μιλούν. Μόνο οι νεότεροι αναλαμβάνουν τον έλεγχο

της τελετής: την ανακοίνωση του γάμου, την εκκλ

ησιαστική επισκοπή, την αποστολή του μηνύματος.

Στην άκρη του νησιού, ο Παλιός Αντάρτης κατεβαίν

ει στον δρόμο με ένα τσαντάκι από ξύλο και ένα μ

ικρό πορτοφόλι με ένα χαρτί που έχει γραμμένο το

όνομα του γαμού. Δεν μιλάει. Μόνο στο προσκύνημ

α της Αγίας Παναγίας, όταν η νύφη περνάει μπροστ

ά από τον προσκύνημο, το χαρτί πέφτει στο περιβό

λι. Ο καπνός του κεριού τρεμάει.

Οι μαθητές της τελετής το συλλέγουν. Το χαρτί δε

ν έχει φακέλους, μόνο την επιγραφή: «Δεν είναι ο

γάμος που συνάπτεται, αλλά η συμμαχία που έχει

παραγινόταν». Και στην κάτω γωνία, ένα σημάδι: τ

ο σύμβολο της αρχαίας Ενώσεως των Νησιώτων, που

δεν υπήρχε στην κοινωνία από το 1923.

Η αποστολή του γάμου διακόπτεται. Οι περίεργοι α

νακατεύονται. Μια γυναίκα από το Καλαμάτα φωνάζε

ι: «Δεν είναι άνθρωπος, είναι πνεύμα!» Άλλοι σηκ

ώνονται και προσκυνούν το χαρτί. Άλλοι προσβάλλο

υν τον Παλιό Αντάρτη. Το έδαφος γίνεται άμαξα. Η

ιεραρχία της οικογένειας καταρρέει.

Το πρωί της επόμενης ημέρας, ο Παλιός Αντάρτης ε

ίναι ξανά στον δρόμο, αλλά αυτή τη φορά φοράει τ

ο παλιό σκοινί της ανταρχίας. Κοιτάζει το θαλάσσ

ιο καταφύγιο του νησιού και αναστέναζε. Το ξεχωρ

ιστό περιβόλι του νησιού δεν είναι πια το ίδιο.

Οι άνθρωποι μετακινούνται. Τα χαρτιά για τον γάμ

ο αποσύρονται. Το μήνυμα δεν έχει πλέον διασταυρ

ωμό. Το θρησκευτικό αμφιβάλλον δεν είναι πλέον μ

ια αμφιβολία — είναι μια απόφαση.

Και η ζωή στο νησί αρχίζει να τρέχει πιο αργά. Μ

ε τον τρόπο που ήταν πριν. Με τη μνήμη που δεν ξ

εχνά. Με το νοσταλγικό βάρος που δεν είναι μόνο

στα σκάμματα, αλλά στα ρούχα του καθενός.