Το παραδοσιακό ξενοδοχείο στο Παλαιό Φάργο, που

φιλοξενεί τον Μητροπολίτη Νικόλαο, ξαφνικά κλείν

ει. Η καταγραφή στην ταχυδρομική αποστολή είναι

λανθασμένη: το επιστολάριο από Λευκό Βουνό έχει

το όνομα Θεοδώρου Σταματόπουλου, αλλά το χέρι πο

υ το πρόσφερε στον Ιερέα Αντώνιο είναι το δικό τ

ου. Εκείνος προσπαθεί να το αποσύρει, αλλά η έγγ

ραφη παράδοση είναι αδιαφιάστα, και η πόλη το πρ

οσδιορίζει ως «Εθνική Κληρονομιά».

Ο Ιερέας με αμφιβολίες προσπαθεί να διαγράψει το

όνομα του από την καταγραφή. Οι επιστολές από τ

ην Κρήτη περιέχουν φωτογραφίες με παιδιά σε θέσε

ις που δεν έχει ζήσει. Το σύστημα της Γυναικείου

εγγραφής στα άρχαια αρχεία δεν αναγνωρίζει την

αλλαγή ονόματος — οι εγγραφές είναι σταθερές, κα

ι η ταυτότητα δεν αλλάζει, μόνο προστίθεται. Μια

γυναίκα στο Καρδίτσα τον ενημερώνει ότι η επιστ

ολή έφτασε σε πολλές υπηρεσίες ως «Κλεμμένη Ταυτ

ότητα» — και το σύστημα δεν την επιτρέπει να εκτ

υπωθεί, μόνο να παραμείνει σε ψηφιακή μνήμη.

Μια ανακοίνωση στο άλμπουμ της Μητροπόλεως επιβε

βαιώνει την αλλαγή: η ταυτότητα του Αντώνιου έχε

ι εγγραφεί στο Αρχείο της Εθνικής Ταυτότητας ως

Θεοδώρου Σταματόπουλου, από την Μικρασιατική Κατ

αστροφή. Ο Ιερέας στέκεται μπροστά στο παραδοσια

κό καθιστικό του σπιτιού, που έχει προσαρμοστεί

σε μια νέα επιστολή από το Περιστέρι. Το σύστημα

δεν τον αφήνει να αρχίσει μια νέα ζωή — η ταυτό

τητα του είναι προεπιλεγμένη, και η παλιά ζωή το

υ έχει αποκλειστεί.

Παίρνει την επιστολή και την πετάει στο ποτάμι τ

ου Αριστοτέλους. Η ροή της συμβαίνει από το 1923

, και η ποταμική σκοτιά την καταπινει. Το πρόσωπ

ο του δεν αλλάζει, αλλά το σύστημα το καταγράφει

ως ανακύψαν, αποδεχόμενο την εθνική ταυτότητα π

ου του αποδόθηκε. Οι επιστολές στο αρχείο του ξε

νοδοχείου εξαφανίζονται. Ο Ιερέας στέκεται στο π

ερίγραμμα του σπιτιού του, στο φως του ορίζοντα.

Η αλήθεια δεν είναι στο όνομα — είναι στην απόρ

ριψη. Το μελαγχολικό είναι στο γεγονός: δεν μπορ

είς να γίνεις άλλος, αν η χώρα σου δεν σε αναγνω

ρίζει.