Οι αμμούλες του Σμύρνης αποκαλύπτουν λαβύρινθο α

πό παλιά τούβλα, αλλά η Μαρία δεν το βλέπει: βλέ

πει το πρόσωπο της κόρης της να σχηματίζεται στη

ν καμινάδα του προσκυνήματος. Το 1940, η Νεότερη

Εποχή δεν είναι έτος — είναι κατάσταση. Οι δρόμ

οι της Αθήνας ξεχωρίζουν από την καμπανούλα της

Χρυσούπολης, αλλά η ζωή στον διώροφο έχει γίνει

μια σειρά από κλεισμένα παράθυρα και μαύρες τηλε

φωνικές γραμμές. Το σύστημα πλέκει το πολιτικό σ

τρατόπεδο με τον αντικειμενικό καθορισμό των συν

αναστοχασμών: κανένας δεν μπορεί να μετακινηθεί

από το Θέσσαλο χωρίς έγγραφο που να προστατεύει

από τον «επικίνδυνο χαρακτήρα».

Η Μαρία, η γιαγιά με τα κρυφά μάτια, δεν μιλάει.

Αλλά το χέρι της ακουμπάει την κοιλιά της κόρης

της στο σκοτάδι του σαλονιού, και η κόρη αισθάν

εται την ανατροφή της θέλησης. Η κόρη έχει έρωτα

με έναν άντρα από τη Βορείο Ελλάδα — άραμα, με

τα καλά σχέδια της Μακεδονικής αναστάτωσης, αλλά

με μια υπόγεια αναγνώριση. Η απαγορευμένη σχέση

ξεκινά με έναν άντρα που δεν πρέπει να υπάρχει:

ο Φίλιππος, ο πρώην αντιφρουρός του Λεβέντη, τώ

ρα αποσύρεται σε καταφύγιο του Σαρανταπύργου.

Η μαφία δεν τον καταλαβαίνει ακόμα. Αλλά η Μαρία

γνωρίζει. Το πρωϊνο πλούμι στο σπίτι τους έχει

την ίδια υπογραφή με το πλούμι που έστειλε ο Μακ

ρής το 1923. Ένα μήνυμα από την ίδια την καταστρ

οφή. Το θέμα δεν είναι η ερωτική αποκάλυψη — είν

αι η αποκάλυψη της ίδιας της Μαρίας. Η οικογένει

α είναι εκεί, αλλά το παρελθόν έχει καταστρέψει

την επικοινωνία. Το νοσταλγικό καθίσμα στην Πλάκ

α έχει γίνει θέατρο. Οι παλιοί ήχοι από τον Πανα

γιώτη δεν ακούγονται πια.

Η φυγή ξεκινά με μια συμβολική επιστολή: η Μαρία

αποσπάει τον προφητικό τίτλο από το συρτάρι, το

ν κρύβει στο άρωμα της προφητικής ζύμης, και περ

νάει την ημέρα ως άδεια θεραπεία. Αλλά η μαφία τ

ην ακολουθεί. Με τον νόμο της επικίνδυνης εγγραφ

ής, η επιστολή που συντάχθηκε στην Καλαμάτα το 1

922 ανακαλύπτεται ως δεδομένο — και την αποκλείε

ι από την Αθήνα. Η Μαρία δεν φεύγει για να ζήσει

— φεύγει για να αποδείξει ότι η ίδια ήταν η αιτ

ία της ζημιάς.

Η άλλη μέρα, το χωριό του Πολυγύρου βρίσκει την

Μαρία στο παράθυρο, να μασάει ένα παλιό καπνό, τ

ο οποίο παραμένει αναμμένο μέχρι το απόγευμα. Ο

Φίλιππος εξαφανίζεται. Η κόρη της το μαθαίνει το

βράδυ, με το μήνυμα που έφτασε από το Παραδεισι

ό: «Δεν είναι πολιτικός. Είναι παρακολουθητής».

Η Μαρία δεν απαντά. Αλλά το επόμενο πρωί, η εκκλ

ησία του Παναγίας καίει την άδεια έγγραφη από το

ν αρχιεπίσκοπο. Η μαφία την προστατεύει — όχι γι

α να τη σώσει, αλλά για να την κρατήσει ζωντανή.

Το χρονοδιάγραμμα σπάει. Η Μαρία επιστρέφει στην

Αθήνα με ένα σακίδιο από προφητικά τεκμήρια. Το

τελευταίο της άγγελμα είναι στην κοιλιά της κόρ

ης. Η κόρη γεννά το παιδί στο σκοτάδι του Νοεμβρ

ίου, όταν η άμμος ξεκινά να σκοτώνει τον καιρό.

Η Μαρία πέφτει στο έδαφος. Το παιδί έχει τα μάτι

α της. Η ιστορία είναι αυτή που παραμένει.

Και το χρονοδιάγραμμα σπάει.