Πρώτος προσβάλλει τον λόφο στο βράδυ της Μεγάλης

Παρασκευής, με το πλοίο του ακινητοποιημένο στο

λιμάνι του Χανίου. Το χωριό, που ονομαζόταν Σκο

ρπιά, είναι γεμάτο υπολείμματα από την Καταστροφ

ή – καμινάδες χωρίς πλακόστρωση, παλιά ξυλόφρεσκ

α στον ορίζοντα. Ο Μοναχικός Ψαράς περνάει από τ

α πέτρινα παρακάτω του Βουρνά, έχοντας φέρει ένα

αποσκευή με σπασμένα σχέδια από την Κωνσταντινο

ύπολη.

Η Νεότερη Εποχή δεν είναι χρονολογία – είναι καν

όνας: από το 1923, κάθε νερό που προέρχεται από

τον Ιερό Λόφο του Θεού Αγίου Φανουρίου δεν μπορε

ί να καταναλωθεί από κανέναν που δεν έχει πατριδ

ική εγγραφή στο Χωριό Πρωτοκατασκευασμένο. Το νε

ρό είναι άγιο, αλλά επίσης είναι καθαρό μόνο για

τους εκλεκτούς. Αυτός ο κανόνας δεν είναι νομοθ

εσία – είναι ορίζοντας της ύπαρξης.

Όταν ο Ψαράς προσπαθεί να πιει από την πηγή, ο ά

ρχοντας του χωριού τον αναγνωρίζει από την αποστ

ολή του πατέρα – ήταν ο μοναχικός γιος της τελευ

ταίας παρέκκλισης του 1922. Το χωριό αποφασίζει

να τον περιορίσει: αν δεν αποδείξει πατριδική ρί

ζα, δεν μπορεί να μείνει.

Στο τρίτο μέρος, στην καρδιά του λόφου, ο Ψαράς

βρίσκει το σπίτι του πατέρα – ένα παλιό σπίτι με

τον τοίχο χαραγμένο με το όνομα «Δούκας» και έν

α σκοτωμένο αλιείο. Το νερό στο χαμηλό σκαλοπάτι

του πηγαδιού είναι σκούρο, με χρώμα ουρανού και

χλώρινο φως. Το άγιο νερό δεν έχει γεύση.

Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Παρασκευής, το χωρι

ό συγκαλεί την συμβούλιο των τριών: ο Παπάς, ο Υ

ποδιευθυντής της Δημοτικής Σχολής, και η Γιαγιά

που κρατά την έγγραφη ιστορία της οικογένειας. Ο

Ψαράς εξαγοράζει την απόδειξη με το σχέδιο του

πατέρα – το πρωτοσελίδικο της αποστολής του από

την Κωνσταντινούπολη, με τον θεό πίσω του.

Η Θρησκευτική Αμφιβολία δεν είναι αμφιβολία – εί

ναι πίστη που απορρίπτεται. Όταν ο Παπάς λέει: «

Αυτό το νερό δεν το πίνει ο άγιος», ο Ψαράς πιάν

ει το μοναχικό αλιείο και το χτυπάει στο πέτρινο

δάπεδο. Το νερό αναδύεται – με μυρωδιά πρωτοχρο

νιάς, αλλά με χρώμα μαύρου σταλιού.

Η Επιστροφή στο Χωριό δεν είναι επιστροφή – είνα

ι αποδοχή. Ο Ψαράς δεν μένει. Περνάει την νύχτα

στο καταφύγιο του λόφου, με το σχέδιο στο χέρι κ

αι το νερό στα χείλη. Το πρωί, η απόδειξη της ρί

ζας βρίσκεται στο ποτάμι – το ξύλο του πατέρα, μ

ε το όνομα κομμένο από το πλοίο του.

Το χωριό δεν τον αποδέχεται, αλλά το νερό του λό

φου πλημμυρίζει τις θύρες. Το πρωτοσελίδικο σχέδ

ιο περιμένει στο σπίτι του Παπά. Η Ανδρικός σημα

ία του Παπά πέφτει στο πέτρινο δάπεδο. Η Δραματι

κότητα δεν είναι σε μια φράση – είναι στο κενό π

ου ακολουθεί την εκκλησία.

Η Επιστροφή τελειώνει. Το χωριό μένει. Το νερό π

ροσβάλλει το πέτρινο. Το ψάρι του Ψαρά μένει στο

νερό.