Η λίμνη του Μαρμαρα είχε αργήσει να στεγνώσει απ
ό την παλιά καταστροφή. Το έτος 1923, η εντολή τ
ου Προεδρικού Διατάγματος για την ανταλλαγή πληθ
υσμών ανακοινώθηκε με ψιθύρισμα στα παράλια της
Καρούμας. Στο στενό σκοτάδι της νύχτας, ένας άντ
ρας στον κόλπο της σκαμπάνας έβαλε το τρίτο πανί
του για να καλύψει το πρόσωπο του αδελφού του.
Ήταν το 1922, αλλά ο νόμος της Ανταλλαγής ήταν ζ
ωντανός: όσοι είχαν γεννηθεί στην Μικρά Ασία δεν
είχαν δικαίωμα να ζουν στην Ελλάδα ως «Ελληνικο
ί Πολίτες» — μόνο ως «Επαναπατρισμένοι».
Η απογοήτευση δεν ήταν μόνο στην εξορία. Το χωρι
ό της Κερκύρας, όπου έφτασαν με το πλοίο, είχε ή
δη κατασκευάσει ενδύματα για τα παιδιά τους με τ
ο χρώμα της απώλειας — καλορίνι παλιά, σκούρα. Ο
άντρας δεν είχε ξαναδεί τον αδελφό του από το 1
919, όταν οι Τούρκοι έφεραν τη φωτιά στην Βιλάια
. Το καράβι πέρασε τρεις μήνες στο Λιμάνι της Χί
ου, χωρίς επικοινωνία. Κάθε πρωί, έβλεπε τον αδε
λφό του στο κάθισμα του τραπεζιού, αλλά ήταν μόν
ο ένας χαμένος σκιάς.
Το 1935, το χωριό παρέλαβε έναν νέο νόμο: όσοι δ
εν είχαν εγγραφεί στο Φακέλλο των Επαναπατρισμέν
ων δεν μπορούσαν να έχουν δίκαιο στην γη. Εκείνη
την εποχή, ο άντρας έβαλε το πρώτο κεφάλι του σ
την κοινότητα, αλλά το αδελφό του δεν είχε προστ
εθεί στη λίστα. Το σπίτι του ήταν μια αναπαύση γ
ια τους μετανάστες, αλλά δεν είχε δικαιώματα. Μέ
χρι που, το 1938, ένας αξιωματούχος από την Αθήν
α έφτασε με ένα δελτίο. Όλοι οι ανταλλαγμένοι πο
υ δεν είχαν αποδειχθεί με έγγραφα θα εκτοπίζοντα
ν στο Πελοπόννησο. Ο άντρας έβαλε το πρόσωπο του
αδελφού του στο κάλυμμα του καρότου. Το πρωί τη
ς εκτόπισης, ο αδελφός έφυγε με τον τρίτο χαρακτ
ήρα της επιταγής. Το σπίτι αναμενόταν να καεί το
βράδυ.
Στην Νέα Σμύρνη του 1940, ένας άντρας περιέρχετα
ι από την Καρούμα. Το πρόσωπο του αδελφού του έχ
ει γίνει σκιά στο χαρτί του Μεταπολίτευσης. Το έ
τος 1976, στο χωριό της Πλατανιάς, ο άντρας ξεκι
νάει μία ζωή ως ξένος, με πλάτη που δεν ξέρει πο
ύ ανήκει. Το 1982, εντοπίζει μία φωτογραφία σε έ
να πορτοφόλι, την ίδια στιγμή που η αποστολή του
Αντιστάσεως του χωριού εκτοπίζει την οικογένεια
του. Η εικόνα δεν τον δείχνει ως πρόσωπο — αλλά
ως σκιά σε μία στάση.
Το 1987, ο άντρας κατεβαίνει στην Κερκύρα. Εκεί,
στον προστατευόμενο χώρο της αρχαίας εκκλησίας,
βρίσκει το σημείο της θυσίας: ένα κορμί που δεν
έχει εγγραφή. Το σώμα είχε εγκαταλειμμένο από τ
ον προστάτη του χωριού. Το δελτίο του δεν έλεγε
«Αδελφός», αλλά «Διακομιστής». Η θυσία δεν ήταν
για την πατρίδα — ήταν για την επιβίωση.
Το 1990, ο άντρας επιστρέφει στην Καρούμα. Το πρ
όσωπό του έχει χάσει το χρώμα. Το πορτοφόλι του
αδελφού του είναι ακόμα στο πανί του καρότου. Η
σκοτεινή αλήθεια δεν είναι πού ζει ο αδελφός — α
λλά πού δεν ζει. Το πλοίο ξεκινάει. Ο άντρας δεν
κοιτάει πίσω. Το κύμα είναι μαύρο.


