Στον αυλώνα της Αρχαίας Βεργίνας, ένας καταστρεφ
όμενος ναός περιβάλλεται από σκορπισμένα κομμάτι
α από τον 1922, όταν ο Λευτέρης, δικηγόρος που ε
πέστρεψε από την Κωνσταντινούπολη με μοναδική απ
οστολή: να αναλάβει την οικογένεια του πατέρα το
υ, βρίσκει το σπίτι κατεστραμμένο από τη φωτιά τ
ης ανατολικής ανατροπής. Οι γείτονες λένε ότι το
σπίτι δεν θα ζει ποτέ άλλο — η παρακαταθήκη της
οικογένειας είναι κενή, αλλά η θέση της νύφης σ
τον πίνακα της εκκλησίας δεν έχει αφαιρεθεί.
Την επόμενη μέρα, ένας μεσοπολέμου στο σπίτι του
με σκούρα σακίδια και κούρεμα Ευρωπαϊκής ιδέας.
Η γυναίκα δεν μιλάει, αλλά φοράει το ρούχο της
νύφης που έχει πεθάνει στην εξορία της Αγίας Σοφ
ίας — το ίδιο καλοστερνισμένο με το φωτογραφικό
πλαίσιο που βρίσκεται στον τοίχο. Ο Λευτέρης δεν
την αναγνωρίζει, αλλά η οικογένεια την υποδέχετ
αι σαν την επιστροφή της παλιάς συντροφιάς.
Μία βραδιά, το περιστέρι του πορτού ξεκινάει από
το κουτί της Μικρασιατικής καταστροφής. Ο Λευτέ
ρης ανακαλύπτει ότι η γυναίκα δεν έχει έγγραφα,
κανένα όνομα, μόνο μια μαύρη σημαία από την πόλη
της Χίου, που την κρύβει στην αποθήκη. Ενώ την
παρακολουθεί να ανοίγει το σελίδιο με την απαγορ
ευμένη αγάπη — το σημείωμα που έγραφε ο πατέρας
της προς την Παρασκευή, την ημέρα που η εκκλησία
έκλεισε — ανακαλύπτει ότι η γυναίκα είναι η προ
σωρινή αντικατάσταση, η «φαντασία» που η οικογέν
εια έφτιαξε για να συγχρηματίσει τον πόνο.
Κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ του Αγίου Ιωάννη,
η γυναίκα πέφτει από το παράθυρο της αυλής. Ο Λε
υτέρης την ανακαλύπτει πριν το φως του πρωινού ν
α πατήσει το σκορπισμένο πέτρινο πλακάκι της Βερ
γίνας. Το μεγάλο χαμηλό της στιγμής δεν είναι η
αποκάλυψη, αλλά η απόφαση του να μην την αποκαλύ
ψει. Ενώ η πόλη στο διαμέρισμα του μπροστά στην
Κωνσταντινούπολη προσπαθεί να ζήσει, εκείνος την
καθαρίζει από το σπίτι, την κρύβει στην αποθήκη
του πατέρα, και την αφήνει να φυσήξει το τσιγάρ
ο της με το ψέμα του της ένδοξης επιστροφής.
Η οικογένεια παραμένει ακέραιη. Η γυναίκα δεν μι
λάει ποτέ ξανά. Ο Λευτέρης παίρνει το σημείωμα α
πό το κουτί και το κρύβει μέσα στην καρδιά του.
Η πόλη συνεχίζει να μιλάει, αλλά στο σπίτι της Β
εργίνας, μόνο το σκορπισμένο πέτρινο κομμάτι από
την Μικρά Ασία ακούει τον πόνο της απαγορευμένη
ς αγάπης.


