Το κατάστρωμα της καλοκαιρινής πλεύσης προς το ν
ησί του Πρώτου Συνεδρίου ξεκινά με την ανάδειξη
του άγαλματος, παραβολικό στην αποστολή: ένα πορ
φυρό σκούρο λίθο με μάτια από πυρίτη, που εμφανί
ζεται στον καμίνο του μύλου μόνο όταν κάποιος ζε
στάνει το καυσόξυλο της πατρικής συντροφιάς. Ο ι
ερέας από το Τρίκαλα, με την υπόσχεση απομόνωσης
, βρίσκεται εκεί για να θαμμένει τον πατέρα του,
αλλά αντί γι’ αυτό, βλέπει το άγαλμα να αποκαλύ
πτει γραμμές στον τοίχο — γραμμές που σχηματίζου
ν την Ανατολική Μικρασία σαν συνοριακό διάγραμμα
πριν την καταστροφή του 1922.
Η αποκάλυψη είναι απαγορευμένη: η αρχαία εκκλησί
α του νησιού δεν επιτρέπει την εξέταση πριν την
οροθεσία του 1940. Η εκκλησία λέει ότι το άγαλμα
είναι κατάρα — μια αναμνηστική ιστορία του χάσμ
ατος ανάμεσα στην Ελλάδα και την πατρίδα των γον
έων του. Όταν ο ιερέας ακούει την ηχούσα περιγρα
φή μιας άγνωστης μελωδίας από το άγαλμα, ξεκινά
την αναζήτηση της ίδιας μελωδίας στο αρχείο του
Μουσείου Παρασκηνίου.
Η μελωδία δεν είναι άριστη — είναι η καταγραφή μ
ιας Μικρασιατικής αγίας παράδοσης, καταγεγραμμέν
η το 1921 σε μια ραδιοφωνική εκπομπή του Σάμου.
Η εκπομπή διακόπηκε την ίδια στιγμή που τα Βαλκά
νια καταστράφηκαν από την εκκένωση. Όταν ο ιερέα
ς επαναλαμβάνει τη μελωδία στον μύλο, το άγαλμα
αναβοσβήνει και το πατρικό σπίτι στην Αθήνα, το
οποίο πέθανε από το πυρκαγιά του 1947, εμφανίζετ
αι στην εικόνα του νερού της βαλβίδας.
Η αποκάλυψη ξεκινά την ανασύσταση του πατέρα του
: ήταν ένας πρόσφυγας που έμενε στο Χαρμά, αλλά
δεν το είχε ποτέ πει. Όταν ο ιερέας εκτυπώνει το
ταμπλέτο της μελωδίας στον Πανελλήνιο Φορολογικ
ό Κατάλογο, εντοπίζει ότι η οικογένεια του διακό
μισε πάνω από 350 μετρικούς τόνους αγίας μελωδία
ς, που είχαν απαγορευτεί από την Κομμουνιστική Δ
ιακυβέρνηση του 1948.
Στην τελευταία νύχτα, ο ιερέας πηγαίνει στον προ
σκαλυμμένο ναό της Λευκής Πύλης, όπου οι τοίχοι
είναι γραμμένοι με τα ονόματα των χαμένων πόλεων
. Αποφασίζει να αποκαλύψει τη μελωδία στο πλαίσι
ο του Φεστιβάλ Νοσταλγίας του 1984, αλλά όταν πε
ρνάει το μέσο της έκθεσης, η ηχώ από το άγαλμα α
ποκαλύπτει ότι η μελωδία δεν ήταν η ίδια — ήταν
ένας κώδικας. Κάθε σημείο της μελωδίας αντιστοιχ
ούσε σε ένα σημείο της πρώην Μικρασίας. Το άγαλμ
α δεν έκρυβε ένα μυστικό — έκρυβε την εξουσία τη
ς μνήμης.
Με την απόδειξη, ο ιερέας αποφασίζει να καταργήσ
ει την απαγόρευση της μελωδίας στον Κατάλογο Πολ
ιτισμού. Το επόμενο πρωί, το άγαλμα χανεί τη λάμ
ψη του. Το μνημείο στο νησί παύει να φωτίζει τον
μύλο. Κανένας δεν θυμάται πια τον ήχο. Αλλά η μ
ελωδία είναι αποθηκευμένη σε ένα παλιό κασετίνι,
το οποίο ξεκινά να περιφέρεται στα μαθήματα των
Αρχαίων Θεμάτων του Πανεπιστημίου Αθηνών.


