Το 2034, η Αθήνα έχει αναγκαστεί να καταστήσει τ
ην ιδιωτική συνείδηση «εκτυπώσιμη»: κάθε βλέμμα,
κάθε ενέργεια, κάθε απομνημόνευση εκτυπώνεται σ
ε λευκό χαρτίψυχή και παραδίδεται στο Κέντρο Συν
είδησης. Τα ξενοδοχεία της Βορείου Μακεδονίας πα
ραμένουν άδεια — οι άνθρωποι φοβούνται να προστα
τεύσουν την εικόνα τους. Η αποκαλούμενη «Καταγρα
φή Προσωπικότητας» έχει γίνει νόμος, και οι συμβ
άντα που δεν εκτυπώνονται στην ίδια μέρα είναι μ
εθοδευμένα παράνομα.
Ο Λεωνίδας Φωτόπουλος, ζωγράφος της Γκέρας, επισ
τρέφει στο πατρικό χωριό Καλαμάτα της Πελοποννήσ
ου μετά από δεκαετία στο Μεταπολίτευση. Φέρνει μ
αζί του ένα παλιό πανί με το οποίο ζωγραφίζει χω
ρίς να εκτυπώνει — το έργο του δεν εμφανίζεται σ
το Κέντρο. Αυτό το πανί, ανακαλύφθηκε σε ένα υπο
βρύχιο σκάφος που έκανε πέντε χρόνια ακόμα πριν
από την Καταγραφή, και περιέχει μια προϊστορική
θεωρία για την «ασύμβατη συνείδηση» — ότι υπάρχε
ι σκοτάδι στον νου που δεν μπορεί να εκτυπωθεί.
Στο χωριό, η Χρυσανθή, μια γυναίκα του χωριού πο
υ εργάζεται στην εκκλησιά, τον συναντά στο παλιό
μαγαζί. Δεν μιλάνε. Αλλά όταν το πανί του Λεωνί
δα ακουμπήσει στο τραπέζι, η Χρυσανθή σταματά να
κοιτάζει το πιάτο και τον κοιτάζει. Αυτός έχει
ξεχάσει την αγάπη. Αλλά η Χρυσανθή έχει απομνημο
νεύσει την ημέρα που τον είδε να κλαίει στο πλοί
ο της μετανάστευσης. Ο νους της το κρατά.
Η Καταγραφή ξεκινάει. Ένας αξιωματικός της Ελεγκ
τικής Υπηρεσίας στέλνει ένα παραγγελία για το πα
νί. Η επισήμανση: «Παράνομη απομνημόνευση». Ο Λε
ωνίδας αρχίζει να αντιμετωπίζει την παρακολούθησ
η. Το χωριό αρχίζει να τον θεωρεί ως πρόβλημα. Ο
ι γείτονες τον περιφρονούν. Μια ημέρα, το πανί τ
ου εμφανίζεται σε μια αίθουσα της Εκκλησίας — με
το έργο του να περιγράφει την αποκαλούμενη «Απο
κάλυψη της Κοινωνικής Παραμορφώσεως». Το καταγρά
φηκε. Οι αποκαλύψεις για την Καταγραφή της Συνεί
δησης ξεκινούν.
Η Χρυσανθή προσπαθεί να τον σώσει. Τον φέρνει στ
ην παλιά μαντρα, το σημείο που οι μετανάστες πήγ
αιναν να σβήσουν τα χαρτιά τους. Αλλά στην εκκλη
σιά της Νοστιμιάς, η Καταγραφή της Συνείδησης έχ
ει ήδη ανακαλύψει το μέρος. Οι πατρικοί της περν
ούν την εκκλησία σαν τα χαρτιά της ζωής της.
Ο Λεωνίδας προσπαθεί να πετάξει το πανί στον ποτ
αμό. Το πανί όμως δεν αντιστέκεται στο νερό. Κάθ
ε τόξο του ανακαλύπτει την απομνημόνευση. Το παν
ί ανακαλύπτει τον ίδιο τον Λεωνίδα: έχει πολλά π
ράγματα που δεν έχει καταγράψει. Η αγάπη του για
την Χρυσανθή. Η θλίψη του για την Μικρασιατική
Καταστροφή. Η αναμονή για την επιστροφή.
Η Καταγραφή της Συνείδησης τον καταγράφει. Τον ε
κτυπώνει σε χαρτί. Το χαρτί φεύγει στην Αθήνα. Τ
ο χαρτί περνάει από τα χέρια του αρχιεπισκόπου.
Το χαρτί διαβάζεται στο Επιτροπή Συνείδησης. Η Κ
αταγραφή δεν περιλαμβάνει μόνο το πανί — περιλαμ
βάνει και την επιθυμία. Την αγάπη. Την απαγορευμ
ένη.
Η Χρυσανθή ξεκινάει την προστασία. Εντοπίζει τον
Λεωνίδα στο χωριό. Τον συναντά στην άκρη της θά
λασσας. Το πανί είναι ήδη καταστραφέν. Αλλά η Χρ
υσανθή το ανακαλύπτει στο πέταγμα. Το πανί έχει
καμιά στιγμή. Η αγάπη. Η απαγορευμένη. Η ιστορία
.
Μια αντιστοιχία στο χωριό προσφέρει το χαρτί. Το
ταξιδεύει στην Αθήνα. Το ανοίγει ο αρχιεπίσκοπο
ς. Το κοιτάζει. Το ακουμπά. Το κλαίει. Το κρατάε
ι. Το διαβάζει στην Αποστολή. Το πετάει.
Στο χωριό, η Χρυσανθή περνάει το πανί από τα χέρ
ια της. Το πλύνει. Το αφήνει στην αρχαία σχολή.
Το πανί ξεκινάει να ξεραίνεται. Το πανί δεν είνα
ι πλέον πανί. Είναι σημάδι. Είναι θρίλερ. Είναι
μυστήριο.
Η Καταγραφή της Συνείδησης δεν μπορεί να το κατα
γράψει. Το πανί είναι έξω από το σύστημα. Είναι
απαγορεμένο. Είναι αληθινό.
Και στο χωριό, στο φως της Αποκάλυψης, η Χρυσανθ
ή παίρνει το πανί. Το κρατάει. Και γελάει. Χωρίς
να το καταγράφει.


