Το παραμερισμένο χωριό Λακωνίας, 1930, αναστέναζ
ε από την απώλεια της Μικρασίας· οι πρόσφυγες εί
χαν φτάσει με τα πάντα στο σώμα, αλλά χωρίς λόγο
. Το κατάστημα του Πατριάρχη Βασίλη, μια σκοτειν
ή καλύβα με πετροκτίσματα, είχε γίνει το σημείο
συνάντησης για τα παρακατακρημνισμένα της ιστορί
ας. Εκεί, η θυγατέρα του, η Νικολέτα, είχε κρύψε
ι μια καρδιά που δεν είχε ξαναστραφεί: ένα παλιό
χρυσό δαχτυλίδι με εικόνα μιας Σκοτεινής Θεάς,
από την Αθήνα, που είχε αγοραστεί από έναν ξένο
εμπόρο πριν από δέκα χρόνια.
Η κατάρα δεν ήταν στο δαχτυλίδι—ήταν στον τρόπο
που οι άνθρωποι αντιλαμβανόταν την εξουσία. Η Νε
ότερη Εποχή είχε αλλάξει την κοινωνική μηχανή: ο
ι στρατιωτικές άδειες για άρση της καταστολής εί
χαν γίνει νόμος, αλλά οι άνθρωποι πίσω από τα το
ιχώματα εξακολουθούσαν να ζουν με τον κανόνα της
φοβικής τιμής—την τιμή που δεν αναφέρεται, αλλά
πρέπει να τηρηθεί. Ο Βασίλης δεν είχε ποτέ στρα
φεί στην αλήθεια, αλλά η άνοδος της εγγονής του,
η Ελένη, ένας τύπος που είχε σπουδάσει στην Αθή
να, είχε αρχίσει να αναζητά την ιστορία της οικο
γένειας.
Οι δυο μαζί στο ξενοδοχείο της Πελοποννήσου, τον
Δεκέμβριο του 1934, όταν η Ελένη βρήκε το δαχτυ
λίδι στο σεντόνι της γιαγιάς. Από τότε, ξεκίνησε
η προσωπική της κατάρα: οι υπνώσεις με τα ποδοσ
φαιρικά σχέδια, τα ρούχα που μεταμορφώνονταν σε
μαύρα καμίσια, η αίσθηση ότι κάποιος την παρακολ
ουθούσε από την ίδια την κοινωνία. Η οικογένεια
αρχίζει να αναφέρεται σε "επικείμενο θεομαρτυρία
", αλλά η Ελένη δεν πιστεύει σε θεούς — μόνο σε
τιμές.
Κατά τη διάρκεια της ημέρας του Παραδείσου, στην
αποκρυφή εκκλησία της Λακωνίας, η Ελένη αποφασί
ζει να το βάλει στο νερό του ποταμού. Αλλά το πρ
ωϊνο πρόσωπο της γιαγιάς, όταν ξυπνά, είναι άδει
ο. Το πρώτο αίσθημα που εμφανίζεται στην αίθουσα
είναι η απορία: η Νικολέτα δεν ήταν ποτέ αντίκρ
υστη, η έρωτας της με τον Μιχάλη τον άνθρωπο του
καφέ ήταν γνωστός, αλλά κρυφός. Και το δαχτυλίδ
ι, όταν το επιστρέφει στην καλύβα, φωτίζει μόνο
μία φορά — με το χρώμα του άσπρου αιματος.
Η Ελένη καταλαβαίνει την αλήθεια: η άδεια της τι
μής, η αποκαλυπτική παρακατακρημνισμένη τιμή του
πατριάρχη, δεν είχε σχέση με την ηθική — είχε σ
χέση με τον έρωτα που δεν μπορούσε να ζήσει. Το
δαχτυλίδι δεν ήταν αρχαίο. Ήταν συγκεντρωμένο με
την αλήθεια που δεν επέτρεπε να αναφερθεί. Και
ο Βασίλης, με το παρακαμπτόμενο πρόσωπο, είχε κλ
είσει την έξοδο για να μην ανακαλύψει κανείς την
αποτέλεσμα του συναισθήματος.
Τη νύχτα της Ιούλη, η Ελένη φεύγει. Δεν έχει αρχ
ίσει η αναμέτρηση, αλλά η ιστορία έχει αλλάξει.
Το δαχτυλίδι πέφτει στο ποτάμι. Και στο μέρος τη
ς αποβολής, το νερό σταματά να ρέει για λίγο. Κα
ι μόνο εκείνη, που ξέρει την αλήθεια, συνειδητοπ
οιεί: η Κατάρα Αρχαίου Αντικειμένου δεν είχε ποτ
έ νόημα. Είχε μόνο μια μορφή. Την ερωτική αναμέτ
ρηση που είχε αποτελέσει την αποστολή της οικογέ
νειας.
Το άδειο σπίτι του Βασίλη στο χωριό απομένει. Το
παλιό ρολόι δεν τρέχει. Και στο παράθυρο, μια π
αλιά φωτογραφία που έχει αλλάξει. Το πρόσωπο της
Νικολέτας έχει αντανακλαστεί σε κάτι που δεν ήτ
αν. Ένας έρωτας που δεν προστατεύτηκε. Και το ση
μείο που δεν μπορεί να ξεχαστεί.


