Οι φωτιές του Χαλκίδα σβήνουν στα τέλη Ιουλίου 1
923. Το λιμάνι έχει γεμίσει από προσφύγες που ξέ
ρουν μόνο το χαμόγελο της πείνας. Ένας άντρας με
κομμένο ράστρο στο χαρτί και μονάχα μια καραμέλ
α στην τσέπη περπατάει από το σκοτάδι του Σαράγκ
ου στον τραυματισμό της Προσφυγικής Κοινότητας.
Ο Αποτυχημένος Επιχειρηματίας. Το χωριό του, πρι
ν από δύο χρόνια, είχε απομείνει σε μια σκονισμέ
νη επιγραφή: «Προσφυγικό Λαϊκό Σχολείο». Τώρα εί
ναι το σύμβολο της νέας Εποχής — η Νεότερη Εποχή
.
Το νέο πλέγμα της εξουσίας δεν είναι στα θρόνια,
αλλά στο υπόγειο. Η Γυναικείο ομάδα έχει αναλάβ
ει την επιβολή της τιμής. Οι γυναίκες διακρίνουν
τον ποιος έχει ζήσει την καταστροφή, τον ποιος
την επικαλείται, τον ποιος την ξεχνά. Οι συζητήσ
εις δεν γίνονται στα σπίτια, αλλά στην αναψυχή τ
ου νερού του αρχαίου κοπρίου. Η Στρατιωτική Τιμή
δεν είναι πλέον στο συνταγματικό, αλλά στο πόσο
ένας άντρας αντέχει να μην πει τίποτα όταν η μα
μά του ζητάει μια προσφορά για τον νεκρό.
Στην άκρη της ανατολής, ένας παλιός σταθμός πετά
ει από το παλιό χωριό. Ο άντρας τον βλέπει από τ
ο κάστρο της Ριζού. Το περασμένο Σεπτέμβριο, η Μ
ικρασιατική Καταστροφή τον είχε καταστρέψει. Τώρ
α, η ίδια ακτίνα έχει αλλάξει την τοπογραφία: το
νερό δεν βγαίνει από το συντελεστή, αλλά από τη
σιγανή σκοινί. Η Γυναικείο ομάδα ελέγχει το ύδω
ρ, το στάχυ, την καθαρή συνείδηση.
Όταν ο άντρας περνάει τον αναστήλωση της πόρτας
του σπιτιού του, βρίσκει μια πλατεία από κατεστρ
αμμένα άλλαξα. Το καλάμι του σκοτώνει τον χρόνο.
Τα μεταξένια που ήταν στο καβάσι του παππού του
είναι τώρα στην αγορά των αναμνήσεων. Η Επιστρο
φή στο Χωριό δεν είναι για να βρει την ταυτότητα
, αλλά να ζήσει με την πραγματικότητα της απώλει
ας.
Μια νύχτα, στον υπόγειο της Εκκλησίας του Αγίου
Νικολάου, βρίσκει ένα σκοινί που δεν προστατεύει
την πίστη, αλλά τον πόνο. Μέσα σε αυτό, ένα άρθ
ρο γραμμένο με μαύρο μελάνι: «Όποιος ξεχνά την Κ
αταστροφή δεν έχει δικαίωμα να πει “στρατιωτική
τιμή”». Το μυστήριο δεν είναι για το ποιος έφυγε
, αλλά για το ποιος παραμένει.
Αυτή τη μέρα, ο άντρας περνάει την ακτή με μια μ
αύρη τσάντα στο χέρι. Δεν βγάζει ένα σημείο. Δεν
λέει λέξη. Απλώς καθίσταται στην άκρη της θάλασ
σας, όπου το κύμα σβήνει την παραμονή του. Το χω
ριό δεν τον αποδέχεται. Το χωριό τον αποδέχεται.
Το μυστήριο έχει γίνει η πίστη της απαράδεκτης
ζωής. Και η Νεότερη Εποχή συνεχίζει να κάνει τα
πόδια του.


