Ο ναός της Αγίας Παρασκευής στο Καμπούσι, στο βο
υνό της Χίου, δεν έχει πλέον επίσημο λειτουργία.
Τα περιθώρια της αρχαίας κοινότητας έχουν εκλεί
ψει — οι νεοφερμένοι μοναχοί πήγαν στην Αθήνα, ο
ι παλιοί κατοίκοι στο Βελικάστρο, και οι νεολαίο
ι δεν ξέρουν πια ποιος ήταν ο Πατριάρχης Νικόλαο
ς. Η εποχή της Νεότερης Εποχής δεν έχει απλώσει
την προστασία της: η συνοικία ζει τώρα με την αυ
τοκαταστροφή του παρελθόντος.
Από την απόκλειση της εποχής της Μικρασιατικής Κ
αταστροφής, η Χίος έχει γίνει στέρηση. Οι νεοφερ
μένοι άνθρωποι ζουν στον χώρο των σκιών, με την
κοινωνική άνοδο να μετριέται όχι με το στρατό, α
λλά με το πόσο γρήγορα μπορούν να φύγουν. Η Γυνα
ικείος είναι η μόνη συντροφιά του Ιερέα – ένας π
αλιός κατάλογος χαρτιών, προστατευμένος από ένα
κλειδί που κρύβεται στο κεφάλι του. Κάθε Σάββατο
, μία γυναίκα από το Λάκκο ανεβαίνει με την ξυλο
δοχή, ανοίγει την αποθήκη, και βγάζει το ένα σελ
ίδιο από τον κατάλογο. Το κάθε όνομα είναι ένας
πολίτης του 1922 που πέθανε στον δρόμο της μεταν
άστευσης. Το σύστημα δεν επιτρέπει την παραμονή
πέρα από την απαγορευμένη ημερομηνία: το επόμενο
χρόνο, το έγγραφο θα καεί.
Ο Ιερέας με τις αμφιβολίες δεν είναι άριστος. Δε
ν προσεύχεται. Αλλά παρακολουθεί. Ξέρει ότι η γυ
ναίκα που έρχεται κάθε Σάββατο είναι η κόρη του
Μανώλη, του τελευταίου που ξεχώρισε από την αποσ
τολή. Και ξέρει ότι ο κατάλογος είναι ψεύτικος —
έχει αντιγραφεί από παράνομο έγγραφο του 1935.
Η πραγματική λίστα είναι στο κεντρικό αρχείο στη
ν Αθήνα, που αποκρύβεται για να μην εξαφανιστεί
η υπόσχεση της επανάστασης. Αλλά αν ο Ιερέας το
αποκαλύψει, θα ανοίξει την απαγορευμένη αλήθεια
και θα καταστρέψει την ισορροπία της Κοινωνικής
Άνοδου: η νέα γενιά θα χρειαστεί να αναγνωρίσει
ότι δεν έχουν ανακτήσει τίποτα.
Τη νύχτα της Παναγίας, ένας νεαρός άντρας από το
Φαληρό κατεβαίνει το βουνό. Έχει στο χέρι μία ξ
ύλινη σκακιέρα, που είναι αντικείμενο της θανάσι
μης μονομαχίας. Ο νόμος της Χίου δεν επιτρέπει π
ολλές ζωές να επικαλύπτονται: η μονομαχία θα γίν
ει μόνο με ξύλινο μαχαίρι, και η ήττα θα σημαίνε
ι την απομάκρυνση από την κοινωνία. Ο Ιερέας ξεκ
ινά την πορεία του χωρίς προσευχή. Περνάει από τ
ην αποστολή, από το προσκύνημα της σκοτεινής γων
ιάς, και φτάνει στο πλατύ έδαφος. Ο νεαρός τον π
εριμένει. Καθίσταται φανερό: ο νεαρός είναι ο γι
ος του Μανώλη. Το μαχαίρι στο χέρι του δεν είναι
το δικό του — είναι το ίδιο που χρησιμοποιήθηκε
για να σκοτώσει τον πατέρα του στο Μακρινό.
Στην αρχή, ο Ιερέας στέκεται ακίνητος. Το χειρόγ
ραφο που έχει στο πόδι του, το ένα σελίδιο που π
ρέπει να καεί το επόμενο έτος, δεν αναφέρει το ό
νομα του Μανώλη. Αλλά η μονομαχία δεν γίνεται με
μαχαίρι — γίνεται με περιστροφή. Ο Ιερέας το κα
ταρρίπτει. Και όταν ο νεαρός τον κοιτάζει με τα
μάτια του πατέρα του, ο Ιερέας τον ακουμπάει στο
ν ώμο. Το μαχαίρι πέφτει στο χώμα.
Μετά το αποτέλεσμα, ο Ιερέας μένει στο μέρος του
ναού. Το επόμενο πρωί, ανοίγει τον κατάλογο. Βγ
άζει το ένα σελίδιο — το οποίο δεν είναι ούτε το
υ Μανώλη, ούτε του πατέρα του. Το πετάει στη φωτ
ιά. Και προσεύχεται για πρώτη φορά από το 1924.
Η φωτιά τον αναβοσβήνει. Η Χίος δεν έχει ξανακατ
ασκευαστεί. Αλλά για πρώτη φορά, η οικογενειακή
σαγκα έχει ανοίξει την πόρτα. Το μελαγχολικό δεν
είναι η στιγμή — είναι η ελπίδα που ξεκινά από
το κενό.


