Οι χειμωνιάτικοι αέρες στο νησί του Καλαμού βράζ
ουν από ξηρασία και σιωπή. Τα σπίτια στον πλαγιό
δεν έχουν ηλεκτρικό, αλλά οι άνθρωποι μένουν, κ
ρατώντας στην καρδιά τους ένα παρελθόν που δεν τ
ο χαρακτήρισαν. Η Νεότερη Εποχή δεν έχει την αξί
α της δημοκρατίας· έχει την αξία της καταστροφής
που έμεινε να τρώει τον καιρό. Οι πρόσφυγες της
Μικρασίας δεν ζουν πια — ζούν ως σκιές στον τοί
χο.
Η Γυναικείο δεν είναι ένας καταγραφής· είναι ένα
ς απαγορευμένος προσανατολισμός στο σύστημα: όπο
ιος είναι στην Γυναικείο, είναι εκτός νόμου. Αν
η θέση του αποκαλύπτεται, το νησί τον πετάει. Έν
ας άντρας με ρούχα με ξεθωριασμένα χρώματα εμφαν
ίζεται τον Ιούνιο. Δεν φέρει όνομα. Φέρει ένα πα
λιό κιθάρα, με καμιά χορδή να βρίσκεται στη θέση
της.
Εκείνος είναι ο Λαϊκός Τραγουδιστής. Το τραγούδι
του είναι απαγορευμένο. Καταγράφεται από την επ
ιτροπή της Γυναικείο, που εκτελεί την αποφυγή με
τα χέρια του ίδιου του νησιού. Όταν το τραγούδι
περνάει από τα παράθυρα, οι περισσότεροι ξυπνού
ν. Αλλά αυτό που μαθαίνουν είναι πως η μουσική δ
εν περνάει από τον αέρα — περνάει από την ανάμνη
ση.
Η Κλεμμένη Ταυτότητα είναι το ένα τραγούδι. Στο
τέλος του φθινοπώρου, η μητέρα του τραγουδιστή β
ρίσκεται στο σκοτάδι του λιμανιού, η ράχη της ξε
καρδίζεται από ένα μεταφορικό κεφάλι. Το πρόσωπό
της έχει το ίδιο σχήμα με εκείνο του τραγουδιστ
ή — αλλά εκείνος δεν είναι το παιδί της. Εκείνος
είναι ο γιος του προσφύγη που πέθανε στο προσκύ
νημα της Ανατολής. Το όνομα που του έδωσαν είναι
το δικό του, αλλά δεν είναι.
Κατά τη διάρκεια του Χριστουγεννιάτικου παρασκευ
ασμού, οι παραδοσιακοί φωτισμοί στο κέντρο του ν
ησιού δεν ανάβουν. Το νησί έχει επιβάλει την απα
γόρευση του φωτός. Ο τραγουδιστής στέκεται στην
άκρη του βουνού, το κιθάρα του είναι ξερό. Τραγο
υδάει. Το τραγούδι είναι για τον άντρα που πέθαν
ε στο νερό. Το τραγούδι είναι για τη μητέρα που
δεν τον ήξερε. Το τραγούδι είναι για την ταυτότη
τα που δεν του ανήκει.
Το νησί δεν αποκρίνεται. Κανένας δεν βλέπει τον
τραγουδιστή. Αλλά η νύχτα παραμένει άκαμπτη. Η α
πειλή του έχει γίνει ακόμα πιο παχύ. Το τραγούδι
δεν έχει τέλος — και δεν θα το σβήσει κανείς.
Η Επιβίωση στο νησί δεν είναι ζωή — είναι αναμον
ή. Αλλά αυτή η αναμονή έχει ένα παράνομο τραγούδ
ι που την αλλάζει. Το τραγούδι μένει. Και το νησ
ί, τελικά, αρχίζει να ακούει.


