Η Παναγιώτα, κυρία της Αγίας Σοφίας στο Βούκουρε
στι, εξαφανίζεται από το καθολικό οικογενειακό γ
εύμα της Λευκής Παρασκευής του 1923. Δεν ξαναβγα
ίνει στο δρόμο· απλώς δεν είναι πια εκεί. Η ανακ
οίνωση της εξαφάνισής της διαβάζεται στο τηλεγρά
φημα της Ελληνικής Επιτροπής Φυγάδων, όπου τα πα
ραδοσιακά χρήματα της οικογένειας ανατίθενται σε
ένα μαρτύριο που θα αλλάξει την κοινωνική ισορρ
οπία των Αθηνών.
Η ημέρα της εξαφάνισης συμπίπτει με την πρώτη εκ
κρεμήσιμη συνεδρίαση του Επιτρόπου Πολιτικής Συν
ωμοσίας, η οποία επικεντρώνεται στην εξαφάνιση α
ρχαίων λόγων που δεν έχουν γραφτεί ποτέ. Τα χαρτ
ιά που είχαν αποκαλυφθεί από τον Συνεργάτη Μητρο
πολίτη της Μικράς Ασίας καταστρέφονται με φωτιά
στην καμινάδα της Μεγάλης Ορθοδοξίας. Το περιεχό
μενο: ένας αρχαίος νόμος που αναγγέλλει ότι κάθε
άτομο που είναι «κοσμικό» και αναζητά τον θεό χ
ωρίς ιερέα, είναι αυτόματα διακοπτόμενο από την
ίδια την εκκλησία. Η πρακτική δεν είναι νόμος· ε
ίναι μηχανισμός.
Η Παναγιώτα επιστρέφει τρεις μήνες αργότερα στο
Μοναστήρι της Καρπενησίας, με τα πόδια μουσκεμέν
α από γαϊτανάκι, το παλτό της αποσπασμένο, και τ
ο πρόσωπο της σκοτεινό. Έχει στην τσέπη της ένα
σφραγισμένο χαρτί με γραφίδα από αρχαίο ξύλο — τ
ο πιστοποιητικό που έδειξε την εξαφάνισή της στη
ν κοινωνία. Το έχει πάρει από το χέρι του Μητροπ
ολίτη, που την είχε στείλει στην Ιστορία.
Το πρώτο πρωινό της ημέρας της επιστροφής, η Παν
αγιώτα περνάει από την Καθαρότητα της Αγίας Μαρί
ας. Ο ιερέας την αναγνωρίζει αμέσως, αλλά δεν τη
ν καλωσορίζει. Μετά την άροση, η Παναγιώτα πηγαί
νει στο κέντρο της Αθήνας, στην πλατεία Ελευθερί
ας, και ανοίγει ένα σακίδιο που περιέχει τα πρώτ
α αρχαία απομνημονεύματα που η Εκκλησία είχε κατ
αστρέψει. Τα χαρτιά δεν περιέχουν θεολογία· περι
έχουν περιγραφές ερωτικών πράξεων μεταξύ πολιτών
και ιερέων — αποδείξεις για την Θρησκευτική Αμφ
ιβολία που δεν είχε μπορέσει να διαφανεί. Η έκδο
ση τους ξεκινάει με περιοδικό της Πανεπιστημιακή
ς Επιτροπής Πολιτικής Συνωμοσίας.
Η Παναγιώτα στέλνει ένα από τα χαρτιά στην εφημε
ρίδα της Νομαρχίας. Την επόμενη μέρα, το γραφείο
της έχει επισκεφθεί από την Αστυνομία. Το μόνο
που ζητούν είναι το σακίδιο. Η Παναγιώτα το πετά
ει στο ποτάμι του Κεραμικού. Μετά το πέταγμα, βλ
έπει μία κορίτσι να τρέχει από το περίπτερο, να
παίρνει ένα από τα χαρτιά, και να το κρατά στο χ
έρι της. Το πρόσωπο της κορίτσια είναι το δικό τ
ης, αλλά από το 1950.
Η Παναγιώτα δεν ξαναμιλάει. Την ίδια μέρα, στην
άκρη του Αρχαίου Θεάτρου της Αθήνας, ένας άντρας
στο παλιό φόρεμα του 1924 την προσκαλεί να τον
συναντήσει στην καμπίνα της Μεγάλης Μητρός. Μέσα
, οι πολυτιμείς ξύλινες πλάκες αρχαίων μυθικών π
εριγραφών ανακαλύπτονται σε κοινωνική συνωμοσία.
Ο άντρας της χαμογελάει. Το έρωτα δεν αρχίζει μ
ε λόγια. Αρχίζει με το απόσπασμα της έγχυσης. Το
χέρι του απομακρύνεται από το δικό της. Το πρόσ
ωπό του ανακαλύπτει το δικό της. Και στο καμίνι
του θεάτρου, η φωτιά που ήδη κάηκε από το πρωινό
ξεκινάει να καίει πάλι.
Το πρωινό της επόμενης ημέρας, η Παναγιώτα δεν ε
ίναι πια στο καμίνι. Αλλά στον περίπατο της Πλατ
είας Αρεως, η συντροφική της εικόνα εμφανίζεται
σε μία εκθεσιακή αίθουσα. Η έκθεση λέγεται «Η Κο
σμική Κυρία και το Αρχαίο Μυστήριο». Τα έργα είν
αι όλα γραμμένα σε αρχαία γλώσσα, αλλά το σχόλιο
πάνω τους είναι στο νεοελληνικό. Το τελευταίο:
«Κανείς δεν είναι πια αποσυνδεδεμένος από την ισ
τορία».


