Στην παραλία της Καρυάς, το 1925, η άδεια κατοικ

ία της Αγκάθας ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες: δεν

κοιμάται ποτέ, καθώς οι ονείρους της είναι γραμμ

ένα σε πέτρα. Τα συντρίμμια της Μικρασίας ακόμα

πληγώνουν τη γη, αλλά η κοινωνία έχει αποφασίσει

να ξεχάσει — μόνο η Αγκάθα θυμάται.

Η νέα Ελληνική Δημοκρατία έχει ανακηρύξει το «Αρ

χαίο» ως αποκλειστική επιστήμη της καταγωγής· η

εξουσία έχει επιβάλει νόμο που απαγορεύει την αν

αφορά σε προγενέστερες ταξικές κληρονομίες. Όποι

ος αναφέρεται σε αρχαία οικογένεια, σε ιερές γρα

μμές ή σε θεϊκή προέλευση, τίθεται υπό έλεγχο. Η

Αγκάθα είναι η μοναδική που γνωρίζει την αλήθει

α: ότι η φυλή της ήταν η τελευταία προφήτισσα τη

ς Αρχαίας Θήβας, και ότι η μεγάλη καταστροφή δεν

ήταν τυχαία — ήταν εκδίκηση.

Το Σεπτέμβριο, ένας άνδρας από την Αθήνα φτάνει

με σκοπό να αποπλάνησε την Αγκάθα. Είναι γιος εν

ός συνταγματάρχη που έφυγε από τη Μικρασία με τη

ν ίδια περιουσία που έχει τώρα την Αγκάθα. Ο νόμ

ος επιτρέπει την αποκατάσταση των ιδιοκτησιών, α

λλά απαγορεύει την επανακατοχή της γης από «ανώτ

ερα» άτομα — εκείνοι που δεν ζούσαν την καταστρο

φή. Αλλά ο άνδρας δεν ζητά την γη — ζητά την προ

φητεία.

Η Αγκάθα τον ακούει, και στο πρωινό της 14ης Σεπ

τεμβρίου, παραδίδει το πρώτο μέρος της προφητεία

ς: «Οι πέτρες θα κραυγάζουν, όταν το αίμα των αδ

ίκων θα αγγίξει το χώμα». Η φράση διασπείρεται σ

την πόλη. Μέσα σε τρεις ημέρες, τρεις προστάτες

της Αρχαίας Γραμμής εξαφανίζονται — όλοι έχουν ε

μφανιστεί στα πολιτικά της Αγκάθας.

Η εξουσία επιβάλλει κατάσταση εκτάκτου ανάγκης.

Οι αστυνομικοί συλλαμβάνουν την Αγκάθα στην πλαγ

ιά του βουνού, και την αποκρύπτουν στο ένα παλιό

καταφύγιο. Εκεί, το απειλητικό τοπίο αναδύεται:

οι πέτρες είναι γεμάτες σημάδια, τα ονόματα των

ανθρώπων που πέθαναν στην Μικρασία γραμμένα με

προσωπικό αίμα. Το νερό στο καλάμι δεν είναι νερ

ό — είναι θέληση.

Το βράδυ της 18ης, το τηλέφωνο του Αθηναίου συνδ

έεται με το παλιό καταφύγιο. Η Αγκάθα ακούει τη

φωνή του. Το πρώτο λόγο της προφητείας έχει τελε

ιώσει. Αλλά το δεύτερο ξεκινάει από τη γη: «Όσοι

έσπασαν τον νόμο της αρχαίας μνήμης, θα γευτούν

τον ίδιο θάνατο».

Την επομένη πρωί, ο άνδρας βρίσκεται στον τάφο τ

ης οικογένειας του, με το πρόσωπο παγωμένο, τα χ

έρια κολλημένα στα χείλη. Η αρχαία γλώσσα του νε

κρού προφήτη είναι γραμμένη στον τοίχο. Η απειλή

δεν είναι προφητεία — είναι ιστορία.

Η Αγκάθα εξαφανίζεται. Στην παραλία, οι άσπροι π

έτρες αρχίζουν να περιφέρονται. Το νερό στον καλ

άμι γίνεται κόκκινο. Και στο περιθώριο της Αθήνα

ς, ένας άνδρας στα 70 του ανακαλύπτει μια στροφή

στο παλιό αρχείο: η Αγκάθα δεν ήταν μόνο προφήτ

ης — ήταν και η τελευταία συγγενής της οικογένει

ας που ζούσε την άλλη πλευρά της καταστροφής.

Η ταξική αντίθεση δεν έχει λύση. Έχει εκδίκηση.