Στο βάθος του Λιμναριού, κάτω από το ρέμα του Κα

ρδιάλη, ξεκινά ένας πρώην στρατιωτικός με τα χέρ

ια γεμάτα χώμα και τα μάτια στο κενό. Η αρχαία π

όλη της Ανατολικής Μικράσιας, που καταστράφηκε τ

ο 1922, έχει ανακυκλωθεί ως σύστημα: οι ψηλοί το

ίχοι των καταρριπτών μνημείων διατηρούν την ίδια

ατμόσφαιρα, αλλά τώρα είναι κατασκευασμένα για

να εμποδίζουν το φως του ηλίου. Οι νομοθεσίες τη

ς κοινότητας απαγορεύουν την αναφορά στην Ιστορί

α πριν την «Καθαριστική Επανάσταση» — η εξαφάνισ

η των Μικρασιατών έχει μετατραπεί σε επικείμενη

θρησκεία.

Ο άντρας έχει ζήσει δύο ζωές: την επίσημη, όπου

είναι ένας εκπαιδευμένος υπάλληλος στην ενδοχώρα

της Καρδιάλης, και την κρυφή, όπου είναι ο ιδρυ

τής της Γυναικείου — μια απαγορευμένη οργάνωση π

ου φυλάει τα ονόματα των αποκλεισμένων, τα καταγ

εγραμμένα ονόματα των παιδιών που πέθαναν στο πο

τάμι. Η διπλή ζωή τον κρατά επιβίων, αλλά η μαφί

α τον έχει ανακαλύψει. Η απαγορευμένη διακομιδή

εγγράφων στον άλλο τοίχο έχει γίνει ποινή: αν αν

ακαλυφθεί, η οικογένεια του θα περιλαμβάνεται στ

ον κατάλογο της εξάρθρωσης.

Την νύχτα της Πρωτοχρονιάς, το θερμοσίφωνα στον

κορμό της αρχαίας σκάλας δεν ανάβει. Το μόνο φως

είναι το χαρτί που κρατάει στα χέρια του: μια π

ροσωπική επιστολή από τη μητέρα του, που πέθανε

στο ποτάμι, γραμμένη σε χαρτί με σημάδια στα ανα

τολικά γράμματα. Η μαφία έχει εισβάλει στην επιφ

άνεια. Το θερμοσίφωνα είναι ξεθωριασμένο, τα ανα

μμένα άλλα χαρτιά σβήνουν ένανέναν. Τα πόδια του

τον καλούν να φύγει — αλλά η αλήθεια του είναι

πιο βαθιά.

Αποφασίζει να φύγει. Δεν ανεβαίνει. Επιλέγει να

μείνει. Ξεκλειδώνει τον πυρήνα του μνημείου. Το

έδαφος υποχωρεί. Το φως του ήλιου περνάει από το

ν αρχαίο τοίχο, από τον πετρόχαρτο, από την επισ

τολή που κρατάει. Το μνημείο αναφλέγεται. Η πόλη

δεν είναι πια κρυφή. Τα χαρτιά εξαπολύονται στο

αέρα. Η μαφία περνάει τον τοίχο, αλλά βλέπει μό

νο την άδεια πλατεία.

Η ιστορία της οικογένειας του αποκαλύπτεται. Η Γ

υναικείου εξαφανίζεται. Η διπλή ζωή συμπληρώνετα

ι. Το άλλο μνημείο — το ένα που δεν το είχε ζήσε

ι — γίνεται η αληθινή ζωή. Το φως της πρωτοχρονι

άς δεν ανάβει πια. Αλλά το χαρτί που κρατάει στα

χέρια του φωτίζει τον θάνατο του.