Η ακτή της Καβάλας το 1923 έχει αρχίσει να αναστ

ενάζει. Τα σκάφη που έφυγαν από Σμύρνη είναι λιγ

ότερα από τα καπέλα που περιμένουν στα χείλη. Οι

άντρες φορούν μετανάστες παπούτσια, αλλά η σιγή

στο καταφύγιο τους έχει βάρος. Η Γυναικείο, ένα

στενό παραθαλάσσιο σπίτι με τα κουφώματα παραμε

ρισμένα στην ίδια γωνιά της εποχής, συγκρατεί το

πρώτο κομμάτι ενός γράμματος που δεν έχει ποτέ

σταλεί: «Ο Πορθμός δεν τον σκάβανε η θάλασσα. Το

ν ζωγράφισε ο υπόλοιπος».

Η Αρχαία πόλη της Επιδαύρου, χαμένη υπό σκιά και

σιδηρένια ράχη, έχει αλλάξει τον τρόπο που οι ά

νθρωποι σκέφτονται τη γη. Τα πέτρινα σημάδια της

θάλασσας δεν είναι πια μόνο στον πυθμένα — τα α

κούγουν στο μεταξύ των ορόσημων. Ανακαλύπτεται ό

τι τα αρχαία ιερά δεν είναι παραμύθια, αλλά εντο

λές που έχουν μεταφερθεί σε μορφή νερού. Κάθε κύ

μα που ξερνά τον Πορθμό τον συμβουλεύει. Και το

συμβούλευε από την εποχή που η πόλη ήταν ακόμη Μ

εγάλη.

Ο Ναυτικός, ο Κωνσταντίνος Φιλίππου, επιστρέφει

από τη Βουλγαρία με ένα καράβι με πρόσωπο χαμένο

. Δεν έχει μαθήματα στον ορίζοντα, αλλά ένα τελε

ίως ακατανόμαστο πακέτο από την πατρίδα του — έν

α παλιό ταμπλό με αρχαία γράμματα που μιλούν με

φωνή νερού. Το καταφύγιο του στον Πορθμό τον απο

καλύπτει ως προδότη: είχε καταγράψει τη θέση του

ναυαγίου της Μεγάλης Ιδέας, αλλά δεν την είχε σ

τείλει. Αντί γι’ αυτό, την είχε χρησιμοποιήσει γ

ια να επιβιώσει. Το γράμμα στο σπίτι της Γυναικε

ίου τον έκανε να καταλάβει ότι η αποκάλυψη δεν ε

ίναι πληροφορία — είναι εκδίκηση.

Η Μετανάστευση και η Νοσταλγία έχουν γίνει σύμμα

χοι. Οι πολλοί έχουν ξεχάσει τον θρύλο, αλλά οι

λίγοι έχουν το ποτήρι στο χέρι τους. Το νερό που

πέφτει στο ποτάμι του Πορθμού δεν έχει χρώμα. Ε

ίναι χρώμα από το ίδιο το ψεύδος. Κάθε φορά που

ο Κωνσταντίνος βάζει το πόδι του στο σημείο, οι

πέτρες του πυθμένα αναστηνούν το όνομα της μητέρ

ας του. Αλλά το όνομα δεν είναι το δικό της. Είν

αι το όνομα της γυναίκας που τον έσωσε από το να

υάγιο — και τον έκανε να προδώσει την πατρίδα.

Η Απειλητικότητα δεν είναι στον αγκώνα. Είναι στ

ην απαράβαση της ιερής ταραχής. Όταν η αποκάλυψη

έρχεται, η θάλασσα δεν ανεβαίνει. Αποσυνδέει. Τ

α σπίτια στον Πορθμό χάνουν τα πλακίδια τους. Τα

αρχαία γράμματα στο πέτρινο τείχος του Πορθμού

γίνονται σήματα. Και το μόνο που απομένει για το

ν Κωνσταντίνο είναι να βάλει το ποδάρι του στη θ

έση που δεν έπρεπε να αγγίξει. Το νερό τον ξεκολ

λά από τον ίδιο του τον χρόνο. Εκεί, στον πυθμέν

α, βρίσκει το γράμμα που δεν έχει γραφτεί: «Όποι

ος ξεκλειδώνει τον Πορθμό, ξεκλειδώνει τη μνήμη.

Και η μνήμη δεν συμβαίνει μόνη της».

Το σπίτι της Γυναικείου στον Πορθμό παραμένει. Τ

α κουφώματα είναι ακόμη ανοιχτά. Το γράμμα στο τ

ραπέζι έχει εξαφανιστεί. Το νερό στο καταφύγιο έ

χει ξεκολλήσει το όνομα του Κωνσταντίνου. Και η

θάλασσα δεν ανεβαίνει. Αλλά και δεν κατεβαίνει.

Μένει. Στο ακροδιάστημα της απειλής.