Στο νησί του Λιμνιού, η αλήθεια δεν είναι πρόσβα
ση — είναι διαδρομή. Από το 1923, οι ντόπιοι πισ
τεύουν ότι κάθε λέξη που ακούγεται στην αγορά γί
νεται γεγονός με τον ίδιο τρόπο που το κύμα χτυπ
ά τον πετρόκλαστο. Η γιαγιά Ελένη, που ζει στο π
αλιό σπίτι με τα κόκκινα τζάμια, έχει χάσει τη γ
λώσσα της αλλά όχι τη βλέψη: προφητεύει τον αγών
α πριν τον ξεκινήσει.
Το θέαμα στον καμπό της Αγίας Αναστασίας είναι α
μίλητο. Οι νεολαίοι δεν μιλούν στη γλώσσα των πα
ππούδων, αλλά η απαγωγή της Ελένης στην άκρη του
πλατώνα τον Ιούνιο ενεργοποιεί τον νόμο της έκτ
ασης: η αλήθεια που δεν λέγεται, αποκαλύπτεται σ
το αίμα της γης. Ένας πλαστός συντάκτης φωτογραφ
ίας, ο Παύλος, χάνεται στο βάθος του καμπού — αλ
λά το μόνο που εμφανίζεται είναι η φωτογραφία το
υ στον τοίχο της εκκλησίας, χωρίς πρόσωπο.
Η οικογένεια της γιαγιάς αρχίζει να μιλάει με τα
μάτια. Ο γιος της, ο Βασίλης, που πήρε την έδρα
στην πόλη το 1950, ανακαλύπτει ότι τα περισσότε
ρα από τα αρχεία του Μεγάλου Πόλεμου ήταν αποτυχ
ία — δεν έχουν καμία σχέση με την αλήθεια της Ελ
ένης. Η μεταφορά της φωτογραφίας από τον τοίχο σ
το σπίτι του γιου είναι παράβαση: δεν μπορεί να
φανεί αν η εικόνα αποκαλύπτει την αλήθεια ή την
προδοσία.
Η εκδίκηση ξεκινά με τον θάνατο του Παύλου — όχι
από χτύπημα, αλλά από τον ίδιο τον αέρα. Η θάλα
σσα τον έχει πιάσει στον ύπνο της και τον έχει κ
αταστρώσει σε ένα μοναχικό σημείο του καμπού. Ότ
αν το σώμα ανακαλύπτεται, όλοι κοιτάζουν τον άνε
μο. Κανένας δεν μιλάει. Το νησί πληγώνεται από τ
ην αλήθεια που δεν έχει λέξη.
Η Ελένη επιστρέφει στο σπίτι της, πληγωμένη, αλλ
ά με τα μάτια ανοιχτά. Φοράει το μαύρο ρούχο που
πέρασε τον πόλεμο και ανακοινώνει: «Είμαι η πρώ
τη που μίλησε». Το σπίτι γέμισε από χαμόγελα. Το
χιουμοριστικό δεν έχει εξαφανιστεί — αλλά το έχ
ει αλλάξει χρώμα. Το νησί πληρώνει την αλήθεια μ
ε την απαγωγή, αλλά την αποδέχεται στο σπίτι.
Η Ελένη ζει ακόμα. Η αλήθεια ζει. Το νησί δεν ξε
χνά.


