Η Φαντασία είναι η νέα νομοθεσία: από το 1923, τ
α ονόματα που δεν αναφέρονται στο Μητροπολιτικό
Λεξικό εξαφανίζονται από την πραγματικότητα. Τα
πρόσωπα, τα σπίτια, τα χωριά — ό,τι δεν βρίσκετα
ι στο κατάλογο, δεν υπάρχει πια. Οι νεοφερμένοι
από την Ασία Μικρά στο νησί του Κρήτης γίνονται
σκιές. Η κυβέρνηση αποδέχεται την εξαφάνιση ως α
παραίτητη αποκατάσταση της «εθνικής ισορροπίας».
Ο Ναύτης, Βασίλης, πλέει στον καμένο Αιγαίο με έ
να πορτοφόλι που έχει απομείνει από την Ανδρική
του οικογένεια. Το πορτοφόλι περιέχει ένα λιμένα
που δεν υπάρχει στις χάρτες. Είναι το τελευταίο
σημείο που έχει αναφερθεί στο Λεξικό της Φαντασ
ίας. Το πορτοφόλι είναι προστατευμένο από τον Θε
ό των Αγνώστων, ένας νόμος που ισχύει μόνο στα ν
ησιά: αν κάποιος αποκαλύψει το όνομα ενός ξεχασμ
ένου χωριού, ο λόγος του εξαφανίζεται από τη μνή
μη των άλλων.
Στο νησί του Ροδιού, το πορτοφόλι εκκρεμεί πάνω
από την έλλειψη. Οι πολιτικοί εκκλησιαστικοί το
αποκαλούν «το σφάγιο της μνήμης». Οι αντίστασης
μεταξύ των Μαφιόζων της Φαντασίας — εκείνοι που
διαχειρίζονται τα λεξικά — είναι πολλαπλή. Ο Βασ
ίλης αποφασίζει να φύγει. Έχει πλέξει το σχέδιο:
πλέει προς την Αθήνα, με το πορτοφόλι προσκολλη
μένο στο στήθος. Το σχέδιο δεν είναι για απόφυγη
, αλλά για αποκάλυψη.
Κατά τη διάρκεια της μετακίνησης, η Φαντασία αλλ
άζει. Το πορτοφόλι αποκαλύπτει ένα όνομα: Μακρυγ
ιάννη. Το όνομα είναι στο λεξικό, αλλά η Φαντασί
α το απορρίπτει — δεν υπάρχει θέση γι’ αυτό. Ο Β
ασίλης αναφέρει το όνομα. Το πορτοφόλι φλογίζετα
ι. Οι άλλοι ναύτες αρχίζουν να αγνοούν τον. Το κ
οινό μοιράζεται το ίδιο πρόσωπο — αλλά ο Βασίλης
μονάχα το βλέπει.
Το πορτοφόλι περιέχει την οικογενειακή ιστορία:
η μητέρα του ήταν από τη Μικρασία, ο πατέρας από
το Σκαραμάγγα, και οι δύο δεν είχαν ονόματα στο
Λεξικό. Το πορτοφόλι δεν τα είχε εξαφανίσει — τ
α είχε διατηρήσει. Το μυστικό δεν ήταν το πορτοφ
όλι. Ήταν η ίδια η αντίσταση στη Φαντασία.
Πριν την έλλειψη του πλοίου, ο Βασίλης κατεβαίνε
ι στο νησί του Σαμοθράκη. Στο καταφύγιο του προφ
ητικού ιερού, ένας ηλικιωμένος μοναχός τον ρωτά:
«Γιατί το φέρεις;» Ο Βασίλης μην το λέει. Ανοίγ
ει το πορτοφόλι. Το όνομα Μακρυγιάννη εμφανίζετα
ι για δεύτερη φορά. Ο μοναχός πέφτει στην κοιλιά
. Η Φαντασία τον εξαφάνισε — δεν είχε ξανακάνει
εμφάνιση. Το πορτοφόλι είναι ζωντανό.
Ο Βασίλης ανεβαίνει στο πλοίο. Το πορτοφόλι είνα
ι τώρα άδειο. Όμως, όταν το αγγίζει, το όνομα Βα
σίλης γράφεται με αιματηρή μελάνη. Η Φαντασία δε
ν το έχει αποκαλύψει — γιατί η Φαντασία δεν μπορ
εί να διαγράψει κάτι που είναι ήδη γραμμένο στην
αλήθεια.
Από την Αθήνα, οι πολιτικοί ανακοινώνουν ότι η Φ
αντασία είναι σε εξέλιξη. Οι αρχές αρχίζουν να α
ναζητούν τον Βασίλη. Ο Βασίλης δεν είναι φευγάτο
ς. Είναι ο πρώτος που αποδείχτηκε απαραβίαστος.
Το πορτοφόλι δεν είναι κλειδί. Είναι μάρτυρας.
Το νησί του Κρήτης δεν είναι πλέον αδιαφορετικό.
Στον λιμάνι, ένα παιδί ρωτά τη μητέρα του: «Μαμ
ά, ποιος είναι ο Βασίλης;» Η μητέρα σιωπά. Το πα
ιδί γράφει το όνομα στο χαρτί. Το χαρτί δεν εξαφ
ανίζεται.
Η Φαντασία δεν μπορεί να αλλάξει το πράγμα. Μόνο
το θρίλερ της απομνημόνευσης.


