Η φωνή του Χρήστου στο τραγούδι του στο διαμέρισ

μα της Αθήνας του 1978 ανακατεύεται με το βούηξη

της πόλης την ώρα που οι άνθρωποι τραβούν τα πα

ντελόνια στα παλιά χρόνια. Το ψυχολογικό βάρος τ

ης μικρασιατικής καταστροφής, που ξεχώρισε την τ

αυτότητα των Ελλήνων από το γένος της γης, είναι

ζωντανό στα απομεινάρια: οι σακούλες με τα άσπρ

α παπούτσια στα νεκροταφεία, η υπόσχεση του μεγά

λου ελληνισμού που δεν έφτασε.

Μέσα στο συρτάρι της γιαγιάς του βρίσκει ένα χαρ

τί με την ηχογράφηση ενός απαγορευμένου τραγουδι

ού — ένα μελωδικό όργανο από την Ανατολική Μικρά

Ασία, που προφητεύει την εθνική ταυτότητα ως απ

οψίλωση του μυθικού. Οι μεταγενέστερες εκδόσεις

του τραγουδιού απαγορεύονται από τον νόμο της ιδ

εολογικής επαναστάσεως: η ελληνική κληρονομιά δε

ν μπορεί να ανακαλύψει την αλήθεια της μετανάστε

υσης χωρίς να παραστατήσει την εθνική αδικία.

Περνά το πρώτο Σαββατοκύριακο στην Προύσα με ένα

παλιό σάκο με ξερά φασόλια και το χαρτί. Η απαγ

ορευμένη μελωδία εκτονώνεται από το καλό του ήχο

υ στο παρακάτω μαραθώνιο, και στο πρώτο μεσοβραδ

ινό η συνοδεία της εκκλησιάς του νησιού του ξεκι

νά να ακούει. Μετά το πρώτο τραγούδι, ο Χρήστος

βλέπει την καθεμία από τις γυναίκες να σηκώνεται

και να σβήνει τα φώτα στο παραθυράκι της. Μια η

λικιωμένη ζητάει το τραγούδι να μην προβληθεί στ

ο θέατρο. «Δεν είναι χρονικό», λέει, «είναι μνημ

είο».

Η αναζήτηση του θησαυρού — ένα μικρό χρυσό διακό

σμημα με το όνομα της Σμύρνης — γίνεται κυνήγι α

νάμεσα σε κρυμμένα προσωπικά αποθέματα, σε προστ

ατευμένα συλλογικά αρχεία. Οι διαβάσεις του παλι

ού φακέλου στο Υπουργείο Πολιτισμού δεν επιτρέπο

νται χωρίς ειδική άδεια. Μετά από δύο εβδομάδες

αναζήτησης, βρίσκει το διακόσμημα στην καρδιά το

υ παλιού θεάτρου της Θεσσαλονίκης, σε ένα συρτάρ

ι που φύλαγε τα μεμονωμένα απομεινάρια των τελευ

ταίων προβολών της Μικρασιατικής Παράστασης.

Τη νύχτα της πρώτης προβολής στο διαμέρισμα του

Χρήστου, το πολιτικό ρεύμα της Μεταπολίτευσης πο

υ είχε ξεκινήσει από την αποκατάσταση της ελευθε

ρίας, αποκλείει το τραγούδι. Το μήνυμα του τραγο

υδιού δεν μπορεί να ακουστεί στο δημόσιο χώρο. Τ

ο στόμα του Χρήστου είναι σφιγμένο. Αλλά στο δωμ

άτιο, τα παιδιά των γειτόνων ακούνε. Μετά το τρα

γούδι, τα παράθυρα δεν κλείνουν. Μια γυναίκα τρέ

χει στο στενό για να πει στην άλλη: «Ήρθε η μνήμ

η».

Ο θησαυρός δεν είναι το διακόσμημα. Είναι η αναγ

νώριση. Και η αναγνώριση είναι πλέον αδύνατο να

ανακληθεί στη δημόσια συζήτηση. Το τραγούδι εξαφ

ανίζεται από τα αρχεία. Αλλά η ένταση του άγωνα

— το αγωνιώδες — έχει ξεκινήσει. Και ο Χρήστος,

με το κεφάλι στο τραγούδι, παραμένει.