Το 1932, σε ένα κοντινό παραδοσιακό χωριό της Εύ
βοιας, η Λουκία Τσαλίκα, η Μυστηριώδης Γριά, παρ
αμένει ακίνητη στο σπίτι της μετά τον θάνατο της
φίλης της, η οποία ξέσπασε σε φλόγα από ένα στρ
ώμα μεταφορικού ξύλου. Το ξύλο ήταν από τον κατε
στραμμένο κήπο του Προσφυγικού Συνεταιρισμού – μ
οναδικός τύπος που δεν επιτρεπόταν να εμφανιστεί
στα εγγράφα του Χρηματιστηρίου Καταστροφής. Η Λ
ουκία το έκανε δικό της: ένα περίπλοκο σχέδιο πο
λυεπίπεδης αναφοράς, που έλεγε ότι οι στρώσεις τ
ου ξύλου αντικατοπτρίζουν την εξαφάνιση των εγγρ
αφών της μεγάλης Αναγέννησης.
Η Επιστημονική Φαντασία δεν ήταν μια ιδέα – ήταν
ένα νόμο: τα αντικείμενα που είχαν συλληφθεί στ
ην Αναγέννηση από τον Πόλεμο είχαν αποκτήσει μια
οργανική αναμνήστρατηση. Αν κάποιος τα αγγίζει,
τα λόγια του πεθαμένου επαναλαμβάνονται στον αέ
ρα. Το έγγραφο που έκρυβε η Λουκία – ένας ξύλινο
ς φάκελος με γραφίδα από το Αμορί – ήταν το πιο
επικίνδυνο αντικείμενο του τόπου. Δεν επιτρεπότα
ν να βρεθεί σε κανένα αρχείο.
Το Ανδρικό ήταν το ζήτημα που κατέστρεψε την περ
ιοχή. Οι άντρες του χωριού, μετά το 1925, απαγορ
εύτηκαν να ακούνε ή να αναφέρουν τη λέξη «αγάπη»
σε γραπτή μορφή. Αυτό δεν ήταν πολιτική – ήταν
μηχανισμός. Αν κάποιος την έγραφε, η έκδοση του
ξύλου από το Αμορί ξεκινούσε να προσφέρει στον ε
αυτό του τη φωνή της απώλειας. Η Λουκία το ξέρει
. Έχει καμμένο τον λόγο της αδελφής της που πέθα
νε στην εκκαθάριση του 1922 – η φωνή της ξεχωρίζ
ει από το ξύλο της αγκαλιάς.
Όταν το 1938 οι νέοι του χωριού βρουν τον φάκελο
στο υπόγειο, ο πρώτος άντρας που τον ακουμπήσει
, ο Νίκος, πέφτει στο δάσος με το στόμα γεμάτο κ
οροϊδία. Μετά από τρεις μέρες, αποκαλύπτεται ότι
το ξύλο είχε ξεκινήσει να παράγει λέξεις από το
περιθώριο της Αναγέννησης – που έλεγαν: «Δεν θα
σε αγαπήσω ποτέ». Το αντικείμενο προκαλεί ανατα
ραχή. Οι αρχές του χωριού επιβάλλουν την καταστρ
οφή του ξύλου. Μα το πράγμα είναι πιο βαθύ: το ξ
ύλο δεν εξαφανίζεται. Αντικαθιστά την καταστροφή
με μια άλλη – μια απειλητική σιωπή.
Η Μυστηριώδης Γριά εμφανίζεται στον περίπατο της
ημέρας. Ανασηκώνει το κεφάλι. Ξέρει τι συμβαίνε
ι. Με τον δάχτυλο της αγγίζει το ξύλο της πόρτας
. Το παράγονται οι λέξεις: «Γυναικεία Χειραφέτησ
η». Καμία εξήγηση. Καμία φωνή. Μόνο η γραφή πάνω
στο ξύλο.
Οι νέοι συγκεντρώνονται. Η επιβεβαίωση δεν είναι
ένα γεγονός – είναι ένα σφάλμα κατηγορίας. Πίσω
από την έννοια της "Χειραφέτησης" δεν
υπήρχε άν
τρας. Υπήρχε μια γυναίκα που το είχε γράψει. Η Λ
ουκία το είχε γράψει. Και το ξύλο της αγκαλιάς ε
ίχε το περιεχόμενο της αποκάλυψης: η Μεγάλη Ιδέα
δεν κατέρρευσε από την ήττα – κατέρρευσε από το
φόβο της αγάπης. Οι άντρες της Αναγέννησης δεν
την ήταν ανεκτοί.
Η Λουκία πεθαίνει τη νύχτα της αποκάλυψης. Το σώ
μα της απομένει ακίνητο στην κουζίνα. Το ξύλο τη
ς πόρτας ξεκινά να καίει από μόνο του. Τα γράμμα
τα εξαφανίζονται. Το μόνο που μένει είναι μια σκ
ιά που ξεκινά να σχηματίζει τον λόγο «Κοινωνική
Άνοδος» στο τοίχο.
Το χωριό παραμένει άδειο. Το ξύλο εξαφανίζεται.
Αλλά το έγγραφο είναι εδώ. Στο κενό. Στην απειλή
. Στον τρόπο που το καταλαβαίνουν.


