Στο λιακό Καβάλα, ο θόρυβος της αποστολής του αρ

χηγού της Αριστερής Γραμμής διαλύεται όταν οι μα

θητές του Δημοτικού της Φρουράς ξεκινούν να παρά

γουν ενδύματα από υφασματοποιημένη έμοιχο. Το σύ

στημα προσαρμόζεται: οι χαρακτήρες του κοινωνικο

ύ αγώνα μπορούν να μετατραπούν σε διαθέσιμα προϊ

όντα. Τα προϊόντα που παράγονται από την έμοιχο

περιέχουν εκλεκτά συναισθήματα — αγάπη, φόβος, ζ

ήλια — και πουλιούνται σε συνεδριακές αίθουσες τ

ων πολιτικών κυβερνήσεων.

Η Ελένη, 73 ετών, βλέπει την κόρη της να στέκετα

ι στο πόρτο του σπιτιού της, έχοντας μόλις δεχτε

ί την πρόταση γάμου από τον Νίκο, γιο του Βενετι

κού δικηγόρου. Ο γάμος έχει σχεδιαστεί ως σύμβολ

ο κοινωνικής ανόδου, αλλά η Ελένη κλείνει τα μάτ

ια και βλέπει την εικόνα ενός αποδιοργανωμένου σ

πιτιού, όπου τα κρατημένα συναισθήματα της νύφης

σπάνε από το σώμα της και εκτοξεύονται σε μια π

ορτοκαλί μανταλά. Μια μικρή ανατροπή στη σύμπλεξ

η της ίδιας της οικογένειας.

Την ίδια νύχτα, η Ελένη επισκέπτεται τον κρυφό σ

ταθμό της ΈμοιχοςΠαραγωγής στο παράλιο. Βλέπει τ

α εργατικά χέρια της νεολαίας να ξεκολλούν τα συ

ναισθήματα της οικογένειας από τις αναμνήσεις τη

ς Μικρασιατικής Καταστροφής και να τα συσκευάζου

ν σε πλαστικά σάκια. Η έμοιχος, που παραγόταν πρ

ιν από τον πόλεμο για την προστασία της μνήμης,

τώρα εξαγοράζεται για την απομάκρυνση της πόνο.

Η Ελένη φέρνει την τσάντα της και το παραδίδει σ

τον θερμαντήρα. Το άγονο της μανταλάς που εκτοξε

ύεται από το σώμα της κόρης περνάει από την πόρτ

α του σπιτιού της.

Ο γάμος ακυρώνεται. Το πρόγραμμα προστασίας της

οικογένειας διακόπτεται. Η Ελένη καθίσταται επίσ

ημη ενεργός εναντίον της παραγωγής συναισθημάτων

. Στην ίδια στιγμή, ο Νίκος εμφανίζεται στον κρυ

φό σταθμό με την απόδειξη ότι η έμοιχος που χρησ

ιμοποιήθηκε για την παραγωγή της νύφης είναι από

το παρελθόν του Μικρασιατικού Προσφύγικου Κατασ

τήματος. Το αγώνισμα της μνήμης γίνεται προϊόν.

Η Ελένη σηκώνει το κεφάλι. Βλέπει την πόλη στο σ

κοτάδι, με τα παράθυρα της κοινωνίας να αναβοσβή

νουν σαν καμινάδες. Το μόνο που απομένει είναι η

αναμνηστική απόδοση του παρελθόντος. Και στο μέ

σο της σιωπής, μια φωνή δεν ακούγεται. Μόνο το κ

ρύο παραμένει.