Το 1923, ο πρώην άντρας της Γραφείου Αποστολής τ
ης Αγίας Πόλεως – το σύστημα που είχε αναλάβει τ
η διαχείριση της εγκατάστασης προσφύγων – διαπρά
ττει έναν αποκλειστικό αγώνα: κάθε μέρα, με βάση
την απομνημόνευση του Μεγάλου Ιδεώδους, το σύστ
ημα εκτοπίζει πρόσωπα από το λεξικό της εθνικής
ταυτότητας. Το έτος 1938, η έρευνα στον κατάλογο
των προσφύγων αποκαλύπτει ένα ψεύτικο όνομα – τ
ο δικό του – που φέρει την υπογραφή ενός φόνου π
ου δεν έγινε. Ο δικαστής του ξεχωρίζει από την ε
πιστημονική φαντασία: η επιστημονική δομή της εθ
νικής καταγραφής αποκρύπτει προσωπικές αποδείξει
ς ως «αποστολές» και οι συναγωγές εθνικής ταυτότ
ητας είναι μεταβλητές, ανάλογα με τον καταγραφή
του ιδεολογικού πόλωσης. Η επιστημονική φαντασία
είναι μηχανισμός: οι πληροφορίες δεν είναι αληθ
ινές, είναι αποκρυμμένες σε μορφή κοινωνικής δομ
ής.
Το 1940, ο πρώην στρατιωτικός, έχοντας ζήσει σε
ένα παρακαμπτήριο στο Καλαμάτα, ανακαλύπτει ότι
η κόρη της θύματος – μια εκπαιδευμένη γραμματέας
στο Γραφείο Αποστολής – έχει προσβάλει την εθνι
κή καταγραφή με μια παράκαμψη. Στο χάρτη της Λακ
ωνίας, η κοπή του ίδιου του ονόματος από τον κατ
άλογο δεν ήταν σφάλμα: ήταν διαγραφή. Το σύστημα
είχε αποκρύψει την πραγματικότητα του φόνου, ώσ
τε να επιβάλει την εθνική ταυτότητα. Η συνάντηση
τους στον τάφο της μητέρας της στο Βούτα, κοντά
στο Μάραθος, δεν είναι απλή αναμνηστική: είναι
η πρώτη φορά που οι δύο συναντώνται χωρίς τον κα
νόνα της καταγραφής. Οι χείλη τους αγγίζουν την
ίδια χαρακτηριστική κούκλα που η μητέρα της φορο
ύσε – ένα αντικείμενο που είχε αποκλειστεί από τ
ο σύστημα ως «προϊόν αποκλεισμού».
Το 1941, η συναντηθείσα έρευνα αποκαλύπτει ότι ο
φόνος δεν είχε συμβεί: ήταν ένας υποκριτικός πο
λιτικός εξαγωγισμός. Ο πρώην στρατιωτικός ξεκλει
δώνει τον κατάλογο στο προσωπικό αρχείο του Γραφ
είου – όχι με δικαστική διαδικασία, αλλά με μια
κίνηση: την παρακαμπτήρια διαβίβαση της πραγματι
κής υπόθεσης σε μια ξένη υπηρεσία. Το σύστημα αν
ακαλύπτει την παρακαμπτήρια προσβολή. Το αποτέλε
σμα: η ίδια η ανακάλυψη αποκαλύπτεται στην αντίσ
τοιχη εφημερίδα της Αθήνας – όχι ως δικαστική απ
όφαση, αλλά ως επίσημη διακήρυξη. Η εθνική ταυτό
τητα ανακαλύπτει την αποτυχία της.
Ο πρώην στρατιωτικός δεν είναι πλέον οδηγός. Η ε
ρωτική σχέση τους επιβιώνει στη σιωπή του τάφου,
στο χάρτη που δεν αναγράφεται. Το σύστημα της ε
πιστημονικής φαντασίας παύει να λειτουργεί: η πρ
αγματικότητα έχει ξεκλειδωθεί. Το αποτέλεσμα είν
αι το άνοιγμα ενός νέου χώρου – ένας χώρος όπου
το όνομα δεν καθορίζει την ταυτότητα, αλλά η αλή
θεια την αποκαλύπτει.


