Το 1923, στον κατεστραμμένο λιμάνι του Πελλήνα,
η Σοφία, ηλικίας δεκαοχτώ, θαμβείται από το ύπνο
της παραμονής του εκπορευόμενου στρατού· οι μαν
δύες της γραμμής σκοτώνονται από τον ήλιο πριν α
πό την ανατολή, και η ίδια κρύβεται μέσα σε μια
αρχαία συντρίβιλη ξεριζωμένη από τον άνεμο. Οι κ
άτοικοι του νησιού δεν μιλούν τη γλώσσα τους — μ
ιλούν τη γλώσσα της απόστασης, και τα πρόσωπα τω
ν προστατευμένων αντικειμένων προβάλλονται στην
άμμο σαν άσπρα ψάρια.
Η Σοφία ζει στον ξεχωριστό οίκο του Καλαμίου, πο
υ έχει αποκτήσει έναν νέο τρόπο να ζει: δεν μιλά
ει στον προκάτοχό της, μονάχα κοιτάζει τα μαύρα
πλαίσια των παλιών αγγείων και τα βάζει σε σειρά
, όπως παρακολουθεί τα σημάδια της ζωής. Το νερό
της βρύσης της δεν είναι νερό — είναι άγιο νερό
που ξεκαθαρίζει τα χρώματα της μνήμης.
Το 1940, η γιαγιά της Σοφίας, η Ελένη, πεθαίνει
στην ηλικία των εβδομήντα, με τα χέρια της να σφ
ίγγουν το σκεύος που δεν έχει ξεκλειδώσει ποτέ:
ένα μικρό κιβώτιο από ξύλο ηλύθρας με το όνομα τ
ου παππού της, Γεώργιος Μελέτης, γραμμένο στην ε
σωτερική πλευρά. Η επιταγή της σε αυτό το κιβώτι
ο είναι άγραφη — μόνο το περίγραμμα του ταφού το
υ, ένας τριγωνικός σημείος που δεν υπάρχει σε κα
νένα χάρτη.
Στο 1975, η Σοφία, τώρα με πέντε τέκνα και μια ξ
εριζωμένη προσωπικότητα, βρίσκει το κιβώτιο στην
κάτω ράγα του σαλονιού, όταν ανοίγει τον καταστ
ροφικό καιρό της Μεταπολίτευσης. Το πρόσωπό της
εμφανίζεται στο καθρέφτη με ένα βλέμμα που δεν α
νήκει στον εαυτό της — αυτός ο τρόπος που βλέπει
τα πράγματα έχει αλλάξει. Αυτή η νέα συνείδηση
δεν είναι συμπτώματα — είναι αυτό που συνεχίζει
να ζει.
Το 1981, η Σοφία μεταφέρεται στο Βελιγράδι για μ
ια διακοπή, αλλά δεν μπορεί να φύγει από την εσω
τερική αναγνώριση του τόπου. Στο προσκήνιο του έ
ργου της οικογένειας, ένας άγνωστος άντρας την π
αρακολουθεί στο λιμάνι, ο οποίος μοιάζει με τον
παππού της — αλλά δεν μιλάει τη γλώσσα του. Οι κ
οινωνικές κανόνες της εποχής δεν την αφήνουν να
τον πλησιάσει — αλλά η μνήμη του τάφου την καλεί
.
Το 1983, στο νησί του Ναύπακτου, εντοπίζει τον τ
όπο του ταφού με το σχέδιο που έχει χαραχτεί στη
ν εσωτερική επιφάνεια του κιβωτίου: μια τριγωνικ
ή κατασκευή στην άκρη της έρημης έδαφος, που δεν
υπάρχει σε κανένα χάρτη του Ελληνικού Στρατού.
Η σκαλισμένη σημαία στην πλευρά του τάφου είναι
από την Αγία Κιτσίλα, μια εκκλησία που δεν υπήρχ
ε ποτέ.
Οι άνθρωποι του νησιού δεν την πιστεύουν — το νό
μος της ιστορίας τους λέει ότι τα αρχαία μνημεία
έχουν πεθάνει. Αλλά η Σοφία δεν περιμένει την ε
πιβεβαίωση. Ξερίζωνει τον ξύλινο καθρέφτη της αν
αμνήσεως, βάζει τον ξύλινο σακίδιο στον τάφο, κα
ι από το κέντρο του εδάφους, ξεκινάει μια φωνή π
ου δεν ήταν στη γλώσσα της, αλλά στον τρόπο που
το σώμα της αναπνέει.
Το 1985, η Σοφία δεν είναι πια αυτή που είχε ξεκ
ινήσει. Το ζεστό της έρωτας με τον άντρα του νησ
ιού — που δεν μιλούσε, αλλά στον καθρέφτη έδειχν
ε το πρόσωπό της — είναι η μοναδική απόδειξη ότι
το παρελθόν δεν είναι απλώς απομνημόνευση. Το π
αιδί που γεννιέται το ίδιο χρόνο είναι η ομοιότη
τα της γιαγιάς της με τον παππού της. Και όταν τ
ο ακουμπάει για πρώτη φορά, η επιστολή που βρίσκ
ει στο σακίδιο του τάφου είναι από το 1923, γραμ
μένη με τον ίδιο τρόπο που η Σοφία τον έχει μάθε
ι να μιλάει.
Αυτό το παρελθόν δεν είναι ένας τόπος. Είναι ένα
ς τρόπος να ζεις.


