Η καταστροφή της Ανατολικής Μικρασίας το 1922 δε
ν είχε λήξει ποτέ για την οικογένεια Σακελλαρίου
· έμενε σαν παρασκήνιο στην ατμόσφαιρα του Βόλου
, στο παλιό σπίτι με τον καμινάδα που κάηκε από
μοναξιά. Το 1938, η αναγγελία για τη δίκη ενός ά
νδρα για φόνο στο Παρασκήνιο Φορολογικού Ιδρύματ
ος δεν είχε σημασία — μέχρι που ο Δημήτρης Σακελ
λαρίου, μεγαλοδικηγόρος με τα μάτια του παλιού Μ
ικρασιάτη, έβαλε το όνομά του στο αίτημα ανακοίν
ωσης.
Το θέμα ήταν παλιό: η ζωή ενός Ρωμαϊκού παραδείγ
ματος που είχε γίνει ακατάληπτο στο νομικό σύστη
μα της νέας Ελλάδας. Το θεμέλιο ήταν η αναγκαστι
κή μεταφορά των πολιτικών αποφάσεων σε νομικές δ
ιαδικασίες — αλλά η αλήθεια ήταν άλλη. Η δίκη γι
α φόνο ανακαλύφθηκε ως μία σειρά εντολών από το
1923, όταν ο πατέρας του κατηγορουμένου, ένας με
τανάστης από Αφρίκη, είχε καταδικαστεί για «προσ
βολή της εθνικής ταυτότητας» μόνο γιατί είχε μιλ
ήσει σε μια πολιτική συνάντηση με τον προσκείμεν
ο ίδιο μύθο της Μεγάλης Ιδέας. Η δίκη είχε παραλ
ειφθεί, αλλά το χαρτί παρέμενε στο προσωπικό αρχ
είο του δικηγόρου.
Ο Δημήτρης αναγκάστηκε να πάει στην προσωπική το
υ παραλία του Βόλου, όπου η μητέρα του είχε φτιά
ξει μια μικρή εκκλησία στο σπίτι της, για να βρε
ι τα έγγραφα της προσφυγικής ιστορίας. Το πρόβλη
μα ήταν η εκκλησία χρησιμοποιούνταν ως αρχείο γι
α τις προσφυγικές εντολές — και η εκκλησία είχε
υποστεί απαγωγή του εκκλησιαστικού περιεχομένου
μετά την καταστροφή του 1922. Το θεμέλιο ήταν αν
εξίχνιαστο: το εκκλησίασμα των αρχαίων μύθων για
την εθνική αναγέννηση έγινε απογραφή πολιτικής
αποκλειστικότητας. Και ο μύθος της «Πατρίδας» έγ
ινε ένα επιβλητικό στοιχείο της νομοθεσίας.
Καθώς ανακάλυπτε το αρχείο, το συνδυασμός των ψη
φίσματος, των δικαστικών εγγράφων και των προσφυ
γικών αναγγελιών έδειχνε ότι ο φόνος δεν είχε σχ
έση με την επίθεση — αλλά με την προσπάθεια της
εθνικής μνήμης να απορρίψει την ιστορία της προσ
φυγικής ζωής. Ο δικηγόρος επέστρεψε στη δίκη με
τα αποδεικτικά στοιχεία, αλλά η δικαστική αίθουσ
α έκλεισε με την απόφαση του ανακαλύπτοντος: το
έγγραφο δεν είχε αποδεικτική ισχύ, γιατί η νομοθ
εσία του 1937 είχε επιβάλει την απαγόρευση της π
ροσφυγικής μνήμης στα δικαστήρια.
Η συγκίνηση δεν ήταν στην αποδοχή, αλλά στην από
ρριψη. Ο Δημήτρης έβαλε το προσωπικό αρχείο στο
ταμπλό της παραλίας του Βόλου, όπου τα παιδιά τω
ν προσφύγων πλέναν τα σκεύη τους. Το πρώτο πράγμ
α που έβγαλαν από το πλαστικό κουτί ήταν ένας πε
ριτυλιγμένος μύθος του Αιόλου — σε γραμμένο φύλλ
ο παλιού χαρτιού. Και εκεί, στην κορυφή, η λέξη
«ΠΑΤΡΙΔΑ» είχε χαραχτεί με μαύρο μολύβι — όχι στ
ην έκφραση της ελευθερίας, αλλά στην έκφραση της
αποκλειστικότητας.
Η δίκη είχε αποκρυφεί. Αλλά η αλήθεια είχε εκφρα
στεί — στο παλιό σπίτι, στο κορμό της ζωής, στο
σημάδι που πλένεται στην παραλία.


