Η συμβολή του Ιστορικού πεδίου δεν είναι μόνο πρ
οϊστορική – είναι κατακλυσμός: το 1922, η Μικρασ
ιατική Καταστροφή έχει μετατρέψει την Ελλάδα σε
χώρα ανατολικών φυγάδων, όπου η ταυτότητα καταστ
ρέφεται από την προσφυγική καταμέτρηση, την απαγ
ορευμένη αναγραφή των ονομάτων και την οργανωμέν
η εξάλειψη της αρχαίας γλώσσας από τα σχολεία. Τ
α χωριά της Κρήτης αποκαλούνται "γραμμές&qu
ot; για να
μην αναγνωρίζονται στα χάρτια.
Στην Πλατεία της Αγίας Θεοδώρας, στον κόλπο του
Λασιθίου, ένας νεαρός ιερέας με αμφιβολίες καθαρ
ίζει την καθολική προσκυνητική αυλή. Οι πλακίδες
του ναού είναι συντριμμένες, οι λειτουργίες είν
αι μερικές, οι θεολόγοι της Επικρατείας είναι στ
ο εξωτερικό. Οι μοναχοί λένε ότι το ναού είναι "
αποκρυφισμένο", αλλά ο ιερέας βρίσκει ένα κομμάτ
ι χαραγμένο πέτρα με παραστάσεις που δεν υπάρχου
ν σε κανένα άλλο μνημείο – γεωμετρικά αδύνατα τό
ξα που σχηματίζουν στροφές τριγώνου, σχέδια που
η ίδια η Πολιτεία έχει απαγορεύσει να εκτυπωθούν
σε οποιοδήποτε χάρτη.
Η έρωτας στα χρόνια της κρίσης δεν είναι σε αγκα
λιά – είναι σε μια περίσταση: η κόρη της προσκυν
ητικής καθαρίστριας, η Φωτεινή, ζει στην άλλη πλ
ευρά του λόφου, σε σπίτι με το παράθυρο αποκαλυμ
μένο στον ήλιο. Κάθε φορά που την βλέπει, ο ιερέ
ας αναστενάζει. Δεν μπορεί να μιλήσει. Δεν μπορε
ί να ζητήσει μια συνάντηση. Αυτός ο τρόπος συμπε
ριφοράς δεν είναι επιτρεπόμενος – οι άνθρωποι τη
ς εποχής έχουν μαθηματικά θεμέλια για την απαγορ
ευμένη σχέση: αν κάποιος ιερέας αγαπήσει μια προ
σκυνήτρια, η Μητρόπολη τον αποκλείει από την ορθ
οδοξία για πάντα.
Κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας, ο ιερέας κατεβ
αίνει στον υπόγειο σχεδιασμό του ναού. Βρίσκει μ
ια θύρα που δεν υπήρχε στα σχέδια – η πέτρα ανοί
γει με την πίεση της ψυχής, όχι του χεριού. Μέσα
, ένας αρχαίος τάφος – αλλά όχι μόνο ο ένας. Το
τοίχο στην αρχή του δρόμου είναι γεμάτο χαραγμέν
α ονόματα. Όλα από την Μικρασία. Όλα σε διαφορετ
ική γλώσσα – η ίδια γλώσσα που χρησιμοποιούσαν ο
ι φυγάδες για να μην τους πιάσουν τα Συνταγματικ
ά Επιτόπια. Η γλώσσα που απαγορεύτηκε από την εκ
παίδευση.
Ο ιερέας πιάνει μια πέτρα με μια φράση: «Αυτό πο
υ δεν μπορείς να πεις, μπορείς να το γράψεις στο
πέτρα». Αυτό είναι το άλλο κανόνα: η γραφή δεν
είναι επιτρεπόμενη σε παραδοσιακά σημεία, αλλά ε
δώ η πέτρα την επιτρέπει. Η έρωτας στα χρόνια τη
ς κρίσης είναι στην επικοινωνία της απαγορευμένη
ς γλώσσας.
Παίρνει την πέτρα και επιστρέφει. Στο προσκυνητή
ριο, στον περίγυρο της αυλής, το φως της ημέρας
ανακαλύπτει έναν νέο μετασχηματισμό: η Φωτεινή κ
αθίσταται εκεί, με τα χέρια γεμάτα σκούρα χρώματ
α. Έχει γράψει το ίδιο μήνυμα σε δέκα διαφορετικ
ές πέτρες στο χωριό. Η μνήμη δεν είναι αποκλεισμ
ένη. Είναι ζωντανή.
Εκείνη η μέρα, ο ιερέας δεν προσκυνάει. Εκείνη η
μέρα, οι δύο ανοίγουν την θύρα της πέτρας στον
κόλπο και αφήνουν το φως να πέσει στον αρχαίο τά
φο. Το μνημείο δεν είναι μόνο μνήμη – είναι μία
αρχαία συνθήκη για την επανακάλυψη. Και η Ελλάδα
, μετά την κρίση, έχει βρει έναν τρόπο να ζήσει
τον εαυτό της. Το αγωνιώδες τελειώνει με την ανα
κάλυψη ότι το αγάπημα δεν είναι αδύνατο – είναι
μόνο απαγορευμένο. Και η απαγόρευση δεν μπορεί ν
α το διαγράψει.


