Η εκκλησία του Πύργου, απομονωμένη στα βουνά της
Βορείου Λακωνίας, κατασκευάστηκε το 1923 από πρ
όσφυγες από την Ανατολική Μικρά Ασία. Το πέτρινο
κτίριο φέρει ξένο θέμα — ένα από τα πιο παλιά π
αραδοσιακά χαρακτηριστικά της ορθοδοξίας, που έχ
ει αναπτυχθεί σε μια μορφή προσωπικής υπηρεσίας:
η προσφορά στην εκκλησία γίνεται μέσω ενός ιερο
ύ μηχανισμού — η καθαρή δέσμευση της ψυχής, χωρί
ς λόγο, από την άμεση επαφή με το άγιο νερό.
Ο ιερέας, ένας νέος άντρας από την Αθήνα, φτάνει
το 1940 με μια επιστολή από την Ιεραρχία. Το έγ
γραφο αναγγέλλει ότι η ζωή του θα γίνει υπηρέτρι
α της εκκλησίας — όχι μόνο σε λειτουργία, αλλά σ
ε απόλυτη αφοσίωση. Η διαδοχή της εξουσίας εξαρτ
άται από την εκπλήρωση ενός μυστηριώδους παραδοσ
ιακού κανόνα: κανείς δεν μπορεί να εισέλθει στην
αποκρυφή θύρα της εκκλησίας εάν δεν έχει ξεχωρί
σει την ψυχή του από κάθε συγγένεια. Ο ιερέας, π
ου φέρει την αδελφή του προσκείμενη στην καρδιά,
απορρίπτει την επιστολή — αλλά η εκκλησία, που
δεν χρειάζεται πληρωμή, έχει ήδη αναγγείλει την
επιλογή του.
Τον Δεκέμβριο του 1941, η εκκλησία αποκρύπτει το
ν θρύλο της: το άγιο νερό δεν είναι μόνο για τη
λειτουργία. Είναι η συνέπεια της ζωής. Οι πρόσφυ
γες που χτίστηκαν εκεί έδωσαν την ψυχή τους στην
εκκλησία ως αντάλλαγμα για μια κοινωνική επιβίω
ση. Η εκκλησία δεν είναι μόνο θρησκεία — είναι έ
νας μηχανισμός επιβίωσης, όπου η υπηρεσία είναι
η αποδοχή της άγνωστης θυσίας. Κάθε νέος ιερέας
πρέπει να προσφέρει την αγάπη του σε μια επαρχία
που δεν υπάρχει πλέον.
Τον Μάρτιο του 1942, ο ιερέας ανακαλύπτει την ορ
κωμοσία: στο πέτρινο πλαίσιο πίσω από το άγιο νε
ρό, γραμμένο με σκούρο μαύρο χρώμα, αναγράφεται
η προσωπική εξαφάνιση της συγγένειας. Αν δεν την
εκτελέσει, η εκκλησία θα τον αποκλείσει από την
εξουσία. Τη νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής, ο ιερ
έας πηγαίνει στο προσκύνημα της Αγίας Προστασίας
. Στο ράφι της πολυτελούς αποθήκης, βρίσκει μια
συσκευή από μαρμάρινο και ξύλο — το «Παραδοσιακό
Συμβόλο». Είναι η προσωπική ζωή του προκατόχου.
Όταν το αγγίξει, το νερό στο δοχείο αλλάζει χρώ
μα. Γίνεται άσπρο, όπως το μάτι της αδελφής του
που πέθανε στο στρατόπεδο.
Την επομένη, ο ιερέας καθαρίζει την αποκρυφή θύρ
α. Εισέρχεται. Το πάτωμα είναι από κομμένο σκούρ
ο πέτρα, το χρώμα του νερού είναι πλέον του κοκκ
ινισμένου πολιτικού θρίλερ. Το πέτρινο θρόνο είν
αι γεμάτο επώνυμα. Τα ονόματα των προκατόχων του
. Και στο κέντρο, μια κορυφή ξύλου, από την οποί
α αναβλύζει μια μικρή λεκίδα χρώματος. Η λεκίδα
είναι από τον ίδιο του το αίμα. Η εκκλησία τον έ
χει δεχτεί. Η ζωή του έχει γίνει υπηρέτρια. Το μ
υστήριο της Επαρχίας δεν είναι η τοποθεσία — είν
αι η απορρύθμιση της προσωπικότητας.
Η εκκλησία εξακολουθεί να λειτουργεί. Ο ιερέας δ
εν μιλάει πια. Το μυστηριώδες είναι το ποιος θα
έρθει την επόμενη φορά.


