Η αποζημίωση της οικογένειας έφτασε στο Βόλο το
1923. Τα σκεπάσματα του σπιτιού ήταν βαμμένα με
τη σκονιά της Μικράς Ασίας, τα τραπέζια καρφωμέν
α στο πάτωμα από το φόβο της άφιξης. Στο σπίτι,
η καθημερινή επιστροφή στην αρχαία κοινωνική δομ
ή ήταν αναγκαία: η ιερατική ζωή είχε παραγκωνιστ
εί, αλλά η αναστολή της πίστης είχε απογειωθεί σ
ε μια ομοφωνία απομόνωσης.
Η Χρυσανθή, 16 χρονών, πήρε την αναμονή της από
τον πατέρα της. Ήταν ο Διεφθαρμένος Πολιτικός πο
υ είχε κερδίσει την ψήφο της γενιάς με το ψέμα τ
ης επιστροφής. Την είχε προετοιμάσει για το υπόγ
ειο: το να είναι η μοναχική επιβίωση, η μοναδική
στην εκδίκηση. Την είχε αναγκάσει να αρχίσει τη
ν εκπαίδευση της στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με την
αναφορά ότι η ένδεια δεν είναι καταδίκη, αλλά μ
οίρα.
Το θέμα ξεκίνησε όταν η Χρυσανθή εξετάστηκε στον
Ιερό Ναό του Αγίου Λουκά. Η κατασκευή της νέας
εκκλησίας στο χωριό έφερε στο φως τον αποκλεισμό
της θρησκείας από την οικογένεια. Εκεί, η αποστ
ολή της είχε προκαλέσει συναγωνισμό: η κατασκευή
του νέου μνημείου απαιτούσε την προσωπική υπογρ
αφή της από την πολιτική συντεχνία. Η Χρυσανθή δ
εν ήταν στο πλευρό της. Είχε αποκαλύψει την αποτ
υχία της πίστης της — αλλά η αποκάλυψη ήταν ανεπ
ιτήδευτη.
Το νησί το έβλεπε σαν ένα πολιτικό θρίλερ. Η επι
στροφή της στο Βόλο ήταν η εκδίκηση μέσω επιτυχί
ας: η αποδοχή της από την Αθήνα, η διαβίωση στην
κεντρική πόλη, η αναγνώριση στην Πολιτική Σχολή
. Το νησί έμεινε πίσω. Ο πατέρας της έμεινε στο
καθιστικό του. Οι πόρτες του σπιτιού έμειναν κλε
ιστές.
Η εκδίκηση δεν ήταν λόγος. Ήταν η προσωπική επιτ
υχία. Η Χρυσανθή έφυγε. Το ξημέρωμα της ημέρας π
ου έκλεισε την πόρτα του σπιτιού, το ένα του πατ
έρα της είχε σπαστεί. Το ρεύμα της ζωής του έσπα
σε. Η απειλή δεν ήταν πια στο σπίτι — ήταν στην
επιτυχία. Η Χρυσανθή είχε πετύχει. Και το νησί δ
εν την ξανάβλεπε.


