Η ζεστή θέρινη απόγευμο στο Λαύριο της Αττικής,

1925. Το χωριό έχει παραμείνει στο βάθος του ξεχ

ωρισμού, αλλά το φως της λιθοστοιχίας έχει προσα

ρμοστεί στο περιστατικό της μεταφοράς: όλα τα σπ

ίτια έχουν χαρακτηριστεί με παλιά σήματα στον το

ίχο — μονομιάστα γράμματα, με κόκκινο κεντρικό σ

ταυρό. Οι άνθρωποι δεν μιλούν για το παρελθόν, α

λλά το προσβλέπουν με τα πόδια τους: το πέρασμα

από το Καλαμάτι, το Πολυτεχνείο, την παραμονή στ

ο Μπαριά. Η καθημερινότητα είναι κατακλυσμένη απ

ό το παρελθόν — οι φωνές των παιδιών στον κήπο τ

ης Ελένης φαίνονται να είναι της Βασιλικής, της

αδελφής της, που έφυγε με την τελευταία σιδηροδρ

ομική στην Ιζμίρ.

Εκείνη την ημέρα, η Ελένη — η καταπιεσμένη νύφη

— αναγκάζεται να παντρευτεί τον Στέλιο, έναν άντ

ρα από το Χανιά, για να επιβιώσει. Το γάμος προγ

ραμματίζεται στο θέατρο της πλατείας, κοντά στον

παλιό σταθμό, όπου έχουν σταθμεύσει τα παλιά τρ

ένα της αναγκαστικής μεταφοράς. Η ημέρα της είνα

ι μια ιερή απόδειξη της επιβίωσης: η συμμορφωμέν

η αναστήλωση της ταυτότητας. Ωστόσο, το άστρο το

υ φεγγαριού δεν ανατέλλει κανονικά. Ένας παγωμέν

ος ήλιος τον καλύπτει — και μόνο τα άτομα που εί

χαν περάσει από το Καλαμάτι μπορούν να το δουν.

Στο πρώτο σημείο του γάμου, ο μέσος συμβολισμός

του ζεύγους, η λίθινη σκακία με την αρχαία γραμμ

ατεία, ανακατεύεται. Η σταγόνα από τον καπνό της

φωτιάς της άλλης πλευράς ανακατεύεται με το ποτ

ό της τελετής — και η γυναίκα που είχε πεθάνει σ

το Καλαμάτι το 1922 ξαναγεννιέται εδώ, στην ίδια

στιγμή, ως σκιά που κοιτάζει τον γάμο. Οι άνθρω

ποι παραμένουν ακίνητοι, σαν αποσπασμένοι από τη

ν πραγματικότητα. Μόνο η Ελένη βλέπει τη σκιά να

πηγαίνει προς τον Στέλιο.

Η κατάρα δεν είναι πνεύμα. Είναι το καταγεγραμμέ

νο στη γη: οι ελληνικές οικογένειες που έχουν εκ

τοπιστεί από την Ανατολική Μικρά Ασία δεν μπορού

ν να γαμήσουν σε αυτό το χώρο χωρίς να δεχθούν τ

ην αναμνήση. Το νόμος της άσκησης του γάμου είνα

ι απαράβατος — αν κάποιος αρχίσει να τον αποδυνα

μώνει, η σκιά του προηγούμενου πολέμου τον συλλα

μβάνει. Η πρώτη φορά που η Ελένη αγγίζει τον Στέ

λιο, το γάμος σαμποτάρεται: το πιάτο του γάμου γ

εμίζει με ξηρά φύλλα από το Καλαμάτι, και οι αρχ

αίοι μύθοι αναβλύζουν στην ατμόσφαιρα.

Το αποκρυφό είναι το άλλο μέρος της κατάρας: όσο

ι είχαν πεθάνει στον Αποκλεισμό δεν μπορούν να α

πομακρυνθούν από τον τόπο του γάμου. Εκείνη την

ημέρα, η Ελένη σταματάει να ακούει τη φωνή του Σ

τέλιου. Μόνο τα βήματα της σκιάς της αδελφής της

την οδηγούν στο τέλος. Στο τέλος, ρίχνει το φιά

λιο του γάμου στο πετροκεντρικό πλατάνι — και το

δέντρο σκοτώνεται. Το ξηρό ξύλο αρχίζει να καίε

ι από μόνο του. Ο γάμος δεν τελειώνει. Η κοινωνί

α το γνωρίζει: από τότε, κανένας γάμος στο Λαύρι

ο δεν επιτρέπεται να γίνει στο ίδιο σημείο. Το φ

εγγάρι εξακολουθεί να είναι άστρο, αλλά πλέον μό

νο η Ελένη το βλέπει. Και αυτός ο τρόπος που το

βλέπει, είναι μοναχικός.