Η κατοικία του πατέρα στο Λασίθι ξεκινά να φθείρ
εται από βροχές, ημέρες που έχουν σβηστεί στην κ
αρδιά της. Ο γιος, που έχει αποκομίσει το δικαστ
ικό επάγγελμα από τον πατέρα, μετακομίζει στον ο
ίκο για να συντηρήσει το κληρονόμημα — και να βρ
ει τον λογαριασμό που αναφέρεται στο αρχείο που
δεν πρέπει να υπάρχει.
Στην κάτω συρταριά της βιβλιοθήκης, κρυμμένο σε
μια κουτί με πορφυρό μαλακί από την Κωνσταντινού
πολη, βρίσκει ένα παλιό φάκελο: «Ελεγκτική Επιτρ
οπή Προσφυγών – 1924». Τα έγγραφα δεν έχουν τίτλ
ο, αλλά περιέχουν δικογραφίες με ονόματα που συμ
βαίνουν στα αρχεία της Βουλής — όλα αποδεικνύουν
ότι η ελληνική κυβέρνηση απέρριψε δεκάδες αιτήσ
εις για προστασία, αντί να τις εγκρίνει, όταν οι
πρόσφυγες φτάνανε στα νησιά.
Ο νεαρός δικηγόρος αναγράφει τα ονόματα σε ένα κ
ατάλογο — αυτός ο λογαριασμός είναι η αλήθεια το
υ πατέρα. Το πρώτο πλήγμα: ο πατέρας δεν ήταν μό
νο υπεράσπιστης. Ήταν συνεργάτης. Ένας από τους
δικηγόρους που εξετάζονταν τις αιτήσεις για να β
ρουν λάθος και να τις απορρίψουν.
Μια νύχτα, χτυπάει η πόρτα. Ο πρώην αντιδήμαρχος
του Λασίθι, που είχε φυλακιστεί για παράνομη εκ
μετάλλευση ξενών, τον καλεί στην πλατεία. Δεν λέ
ει τίποτα. Μόνο σηκώνει το δάχτυλο του στο σημεί
ο του θαλάσσιου περιβάλλοντος — και τον κοιτάζει
με μάτια που ξέρουν τι σημαίνει «να μην ακούσει
ς».
Το πρώτο αντίγραφο του φακέλου καταστρέφεται στο
ν καμίνο της κουζίνας. Ο νεαρός ξεκινά να επαναπ
ροσδιορίζει τα ονόματα — όχι για να πολεμήσει, α
λλά για να βρει την αλήθεια που έχει απομείνει:
το όνομα της προσφυγικής κόρης που αποκαλύφθηκε
στο παλιό αρχείο. Στο τέλος, στο πισινό της κατο
ικίας, βρίσκει μια σκουπίδα από ένα σπασμένο φωτ
ογραφικό πλαίσιο: ένας άντρας με παλιό μαύρο κοσ
τούμι και ένα παιδί στο χέρι, από τον Αύγουστο τ
ου 1923. Το παιδί φοράει το ίδιο κοστούμι που έφ
ορε ο πατέρας του στο φωτογραφικό του γιο.
Εκείνη την ημέρα, καταρρέει το τελευταίο τοίχωμα
. Ο νεαρός μπαίνει στην έκθεση του Ιστορικού Μου
σείου της Κρήτης — και με απλό πρόσφατο αίτημα,
εγγράφει το όνομα της προσφυγικής κόρης στον κατ
άλογο αναγνώρισης. Οι επόμενες ημέρες περνούν στ
η σιωπή. Τίποτα δεν αλλάζει. Τίποτα δεν εκδηλώνε
ται. Αλλά στο κέντρο της αίθουσας, σε μια συνταγ
ματική σημαία, το παλιό παράθυρο ξαναανοίγει. Κα
ι για πρώτη φορά, ο νεαρός δικηγόρος βλέπει το π
ρόσωπο του πατέρα του — όχι στη φωτογραφία, αλλά
στον καθρέφτη της στέγης. Και ξέρει ότι η ιστορ
ία δεν τελειώνει. Ξεκινά.


