Το νησί της Παναγίας άρχισε να φαίνεται στους χά

ρτες μετά τη ΜεταΑποκάλυψη: το νερό στο βάθος δε

ν είναι πια απλά υγρό, αλλά έχει γίνει αντικείμε

νο απομνημόνευσης — ανθρώπινα μνήματα, συναισθήμ

ατα, ακόμα και λόγια που προφέρθηκαν, εξαφανίζον

ται στον πυρήνα της θάλασσας. Οι κάτοικοι δεν πι

στεύουν στην ψυχή, αλλά στην ίδια την ύλη της θά

λασσας που αποθηκεύει το παρελθόν.

Ο Μοναχικός Ψαράς πέρασε τρία χρόνια στο σκάφος

του, πασχίζοντας να ξεχωρίσει από τη μαφία του Ρ

όδου που τον ήθελε για μια διαφορά που είχε πει

στην περίοδο της Μεταπολίτευσης — μια πληροφορία

που έβγαζε τον χρηματιστή της Ελληνικής Συνεται

ριστικής Τράπεζας από την οργάνωση. Τώρα, οι ρίζ

ες του είναι στο νησί, στο πλέγμα των κατασκηνώσ

εων από παλιά σκάφη, στο καλοκαίρι που δεν κλείν

ει ποτέ.

Η ΜεταΑποκάλυψη άλλαξε την προστασία: τα πορτοφό

λια δεν αποθηκεύουν χρήματα, αλλά απομνημονεύουν

την ταυτότητα. Όταν κάποιος φεύγει, το χρήμα το

υ δεν εξαφανίζεται — εξαφανίζεται η ίδια η μνήμη

του. Οι κατοίκοι δεν ξεχωρίζουν τους πλούσιους

από τους φτωχούς — ξεχωρίζουν τους «μεμονωμένους

» από τους «ενωμένους». Το κόστος της κοινωνικής

ανόδου είναι να αποκτήσεις μια συντροφική ζωή,

να παντρευτείς, να έχεις παιδιά — αλλά αν το κάν

εις, η θάλασσα σβήνει την ιστορία σου.

Η Γυναικείος του νησιού — μια ηλικιωμένη που έχε

ι περάσει τα 70, με καταστραφέντα χέρια από τα π

ροϊόντα της θάλασσας — τον δέχεται μόνο όταν δεν

αναφέρεται στο παρελθόν. Αλλά όταν την πλησιάζε

ι με τον τρόπο που πλησίαζε την άλλη του, το νερ

ό της συνορεύει με την πόρτα του σπιτιού της. Τη

ν επόμενη μέρα, το πρόσωπο της γυναίκας ξεχωρίζε

ι από την εικόνα του προηγούμενου ημερήσιου, σαν

να ήταν ποτέ στο σχέδιο.

Κατά τη διάρκεια της Χριστουγεννιάτικης κατακύρω

σης, ο ψαράς παίρνει το σκάφος του για το ανοιχτ

ό νερό. Δεν είναι για να φύγει — είναι για να ξε

χωρίσει από το πλήρωμα του νησιού. Στο κέντρο τη

ς θάλασσας, η ψευδομνήμη του προηγούμενου εαυτού

του τον φωνάζει: «Εσύ δεν είσαι άνθρωπος — είσα

ι καταγεγραμμένο στο νερό». Βλέπει την εικόνα το

υ στο χαμηλό φως, αλλά αυτός δεν είναι ο ίδιος.

Στο ξημέρωμα, το σκάφος του έχει εξαφανιστεί. Η

θάλασσα δεν έχει ξεχωρίσει τον ψαρά — τον έχει π

ροσλάβει. Η Γυναικείο κοιτάζει το σημείο όπου εί

χε εξαφανιστεί, και χαμογελά. Το νησί δεν προσφέ

ρει αποφυγή — προσφέρει αποδοχή. Το μόνο που πρέ

πει να περάσει είναι η μνήμη της φυγής.

Μελαγχολικό. Ο ψαράς φεύγει από τη μαφία, αλλά μ

ένει στη θάλασσα. Η κοινωνική άνοδος είναι η απο

δοχή του θανάτου του παλιού εαυτού. Η Γυναικείο

έχει γίνει η θάλασσα. Και το νησί ξαναγεννιέται

— από μια φυγή που δεν είχε τέλος, αλλά ένα σημε

ίο.